Κυριακή 27 Ιουλίου 2014

ΕΦΗΒΙΚΕΣ ΠΑΡΟΡΜΗΣΕΙΣ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ ΚΑΙ ΨΑΡΙ ΑΛΑ ΣΠΕΤΣΙΩΤΑ

ΕΦΗΒΙΚΕΣ ΠΑΡΟΡΜΗΣΕΙΣ ΚΟΡΙΤΣΙΩΝ ΚΑΙ
ΨΑΡΙ ΑΛΑ ΣΠΕΤΣΙΩΤΑ

 
Για πέντε συναπτά χρόνια, κάθε καλοκαίρι, ένα δεκαήμερο το περνούσαμε στις Σπέτσες μαζί με τη μικρή μου φίλη την Πατάτα. Έτσι την φώναζε η μαμά της χαϊδευτικά.

Στα χέρια της μαμάς της με παρέδιδε η δικιά μου η μαμά με εμπιστοσύνη και ξένοιαζε γιατί ήμουν λίγο… μπελάς. Πού νά ‘ξερε όμως!
Δεκατεσσάρων ετών ήμουν εκείνο το καλοκαίρι του 1978. Η Πατάτα έντεκα. Της είχε ήδη έρθει περίοδος από τα εννιά της χρόνια και έτσι, με τα δυό της στητά «λεμονάκια» και τα δυό της σφιχτά «πεπονάκια», έδειχνε γυναίκα.

Είχε βλέμμα καστανό μελί, με ύφος σκοτεινό, γεμάτο μυστήριο. Χείλη σαρκώδη, σε σχήμα φιλήδονο. Δυο χαρακτηριστικές γραμμές κάτω από τη μύτη δήλωναν σαφώς πως είχε το ανικανοποίητο μέσα της. Φρύδια πλούσια, έντονες και περήφανες γραμμές. Δέρμα ξεροψημένο από τον Ήλιο του Ιουλίου, σαν την κόρα του ψωμιού που βγαίνει από τον φούρνο. Στην επιφάνεια του κορμιού της απλωνόταν ένα βελούδινο ξανθό, μαλακό χνούδι. Τα μαλλιά της, τούφες καστανές, μέχρι τους ώμους. Φωνή βραχνή, βαθιά, έντονη κι αυταρχική. Με τον αέρα που δίνει η αφυπνισμένη σεξουαλικότητα σε μια αδίστακτη, τολμηρή έφηβη, μαγνήτιζε κάθε άμοιρο αρσενικό που τύχαινε να βρεθεί στον δρόμο της…

Γλαύκος
Πού νά ‘σαι άραγε τώρα Πατάτα; Που διάβαινες και στέναζαν τα πεζοδρόμια! Σκληρή καρδιά με αιφνίδια διαλείμματα ρομαντισμού και ευαισθησίας, όταν ήταν για κανένα...σκύλο. Κατά τα άλλα, πάνω από εβδομάδα δεν ευδοκιμούσε κανένα αγόρι κοντά της. Εγώ ήμουν υποτίθεται η «μεγάλη», μα εκείνη γνώριζε πολλά και τελικά εγώ ήμουν η μαθητευόμενη.

Έλα μέσα στην κουζίνα. Θα ανάψω φούρνο. Βέβαια, σαν τις φωτιές που άναβε εκείνη δεν θα είναι. Αχ, Πατάτα! Λένε καμιά φορά για κάτι πως είναι σαν να κρατάς στα χέρια σου ζεστή πατάτα. Η δικιά μου η Πατάτα, έκαιγε πολύ.

Πέρασαν τόσες δεκαετίες κι όμως άλλη γυναίκα, οδυνηρή όσο αυτή, δεν γνώρισα. Γυναίκα Πληγή του Φαραώ. Όταν κάποτε μας χώρισαν για λάθος λόγους έκλαψα, πόνεσα πολύ. Όμως αυτή είναι μια άλλη ιστορία κι αν έχω διάθεση, θα σου την πω άλλη φορά. Σήμερα μιλάμε για τις Σπέτσες…

Στις Σπέτσες, μετά το μπάνιο στη ωραία τους θάλασσα, πηγαίναμε με την Πατάτα και τη μητέρα της σε μια ταβέρνα μπροστά στο λιμάνι. Η μαμά-Πατάτα από μαγειρική δεν σκάμπαζε γρι. Τι να κάνει κι αυτή, όλο τον χειμώνα δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Εκεί λοιπόν, δοκιμάσαμε όλα τα παραδοσιακά ελληνικά μαγειρευτά φαγητά.

Ένα μεσημέρι, εκεί που περιμέναμε να έρθει ο λογαριασμός… «Είδα τον Χ…» μου λέει η Πατάτα «μου είπε ότι το βράδυ θα πάει με τον φίλο του στο Παλιό Λιμάνι, στη ντισκοτέκ ‘Καρνάγιο’. Μας κάλεσε να πάμε κι εμείς.» Πάγωσα. Ντισκοτέκ;… Απαγορευμένο! 

Ακριβώς δίπλα της, η μαμά της θα μπορούσε να την είχε ακούσει. «Σσς!» της κάνω. «Ααα, μην ανησυχείς» μου λέει «Όταν η μητέρα μου έχει αυτό το ύφος, δεν ακούει. Τώρα είναι αλλού. Θα σου πω εγώ πότε ακούει για να αλλάξουμε θέμα...»

Θυμήθηκα το παραμύθι με τον Δράκο που κοιμάται με τα μάτια ανοιχτά, κι όταν είναι ξύπνιος έχει τα μάτια κλειστά. Ξέρεις ποιον λέω. Εκείνο τον Δράκο με το Αμίλητο Νερό. Όντως, η μαμά της είχε ένα απλανές βλέμμα, ατενίζοντας τη θάλασσα κι ο νους της ταξίδευε. Στ’ αλήθεια ήταν κάπου αλλού.

Για την Ιστορία… η ντισκοτέκ το «Καρνάγιο» είχε ανοίξει τον προηγούμενο χρόνο σε κάποιες παλιές αποθήκες, ανάμεσα σε ταρσανάδες. ‘Επιασε αμέσως και τρία χρόνια αργότερα, εξελίχθηκε στην περίφημη «Figaro», όπου διασκέδαζαν οι τοπικοί και οι διεθνείς «επώνυμοι» της εποχής που κατέφθαναν από τη θάλασσα με σκάφη...

«Λοιπόν…» συνεχίζει η Πατάτα «θα της πούμε ότι θα πάμε στο θερινό σινεμά, αλλιώς δεν πρόκειται να μας αφήσει να βγούμε μόνες μας. Αυτή έχει κανονίσει να βγει σήμερα με τις φίλες της και σίγουρα θα αργήσει. Εμείς θα έχουμε γυρίσει πριν απ’ αυτήν. Δεν θα πάρει χαμπάρι, σου λέω»

Το βράδυ, μόλις έφυγε η «γάτα», αρχίσαμε να χορεύουμε εμείς τα «ποντίκια». Λουστήκαμε στα γρήγορα, σεσουάρ, βάλαμε στα μάγουλα μας λίγο από το κραγιόν της «γάτας» ως ρουζ, λίγη βαζελίνη στα χείλια μας να γυαλίσουν, χρησιμοποιήσαμε και την κολόνια της με άρωμα λεμόνι και ξεπορτίσαμε.

Η ντισκοτέκ ήταν μακριά. Στηθήκαμε στη στάση του λεωφορείου και περιμέναμε. «Πού πάνε τα όμορφα κορίτσια;» ρωτάει ένας καταμαυρισμένος από τον ήλιο νεαρός με ένα αρχαίο μηχανάκι. Φορούσε άσπρο φανελάκι. Βαθιά λαιμόκοψη, να φαίνεται η χρυσή καδένα με τον χρυσό σταυρό. Στο χέρι, άλλη χρυσή αλυσίδα. Ταυτότητα. Μαλλί χρώματος κορακί κολλημένο με τζελ. Και μάλλον είχε λουστεί με ένα μισόκιλο φτηνό αφτερσέηβ.

«Μην του μιλάς» μου ψιθυρίζει η Πατάτα «δεν ανεβαίνουμε τρεις σε μηχανάκι. Περίμενε. Όλο και κάποιος θα περάσει με αυτοκίνητο.»
«Από πού είστε κορίτσια;» επιμένει ο τύπος και βρουμ-βρουμ-βρουμ πατάει το γκάζι.
«Από το Περιστέρι» του λέει κοφτά η δικιά μου.
«Τι;» την κοιτάω έκπληκτη. Αλλά εκείνη, κοιτάζοντας αλλού, μου δίνει μια κλωτσιά.
«Κι εσύ; Από πού;» ρωτάει εμένα απογοητευμένος.
«Εεε… από το Χελιδόνι» του λέω.
«Πού είναι αυτό; Δεν το ξέρω…»
Σάμπως το ξέρω εγώ, σκέφτομαι.
« Κοντά στο Περιστέρι» του απαντώ.
«Α» είπε, κι έφυγε.
«Είδες;» μου λέει η Πατάτα «Ξέρω τι κάνω. Αυτοί οι τύποι είναι φραγκοφονιάδες. Αν του λέγαμε την αλήθεια πως μένουμε στο Παλιό Ψυχικό, δεν θα ξεκόλλαγε στον αιώνα τον άπαντα. Τους ξέρω εγώ αυτούς. Θέλουν από Κηφισιά και πάνω, έχουν σχέδιο…»

Πού πρόλαβες και τους έμαθες, Πατάτα;

Στη ντισκοτέκ, τελικά φτάσαμε με Μερσεντές. Μάλιστα! Έκανε casting, κανονική οντισιόν η Πατάτα σε όποιον κοντοστεκόταν στη στάση για να μας κάνει «καμάκι». Greek kamaki, you know? = “You are beautiful, I love you!”… Και τελικά η φιλενάδα μου επέλεξε το σωστό το… μέσον το μεταφορικό. Μόλις αφιχθήκαμε αεράτες στη ντίσκο, τον έφτυσε τον «σοφέρ» μας κανονικά, αφού το ραντεβού της ήταν με τον Χ και την παρέα του, οι οποίοι είχαν ήδη πιάσει καλή θέση από νωρίς.

Χορέψαμε, χορέψαμε, χορέψαμε! Ήπιαμε, ήπιαμε, ήπιαμε! «Φρούϊτ Παντς» εννοείται χωρίς αλκοόλ. Δεν ήταν τρελός ο μπάρμαν να δώσει στα ανήλικα κανονικό ποτό. Φλερτάραμε, φλερτάραμε, φλερτάραμε ώσπου, κάποια στιγμή, ήρθε η ώρα της «Σταχτομπούτας» (έτσι τη λέγαμε τότε την Σταχτοπούτα = στάχτες στα μπούτια). Δώδεκα η ώρα, που όλα τα καλά κορίτσια έπρεπε να είναι πίσω στο σπίτι. Έτσι ήταν τότε. Όχι όπως τώρα, που τα κλαμπ ανοίγουν μετά τη μία τη νύχτα. Οι γονείς του περασμένου αιώνα πίστευαν πως ό,τι κακό μπορεί να συμβεί στο παιδί, θα συμβεί μετά τις 12:00 τη νύχτα, όχι πριν.

Μα, δεν κάναμε και τίποτα. Μόνο χορό και φλερτ και «φάτε μάτια ψάρια». Το πρόβλημα όμως ήταν η επιστροφή. Η ώρα πήγε 12:10 αλλά ο Χ, ο νέος υποψήφιος «σοφέρ» μας, βλέποντας από τη στάση μας πως «φίκι-φίκι» δεν προβλέπεται στο πρόγραμμα, μάς «έφτυσε» κανονικά. Άρχισε να φλερτάρει με μια πιο πρόθυμη ξανθιά Σκανδιναυϊκής προέλευσης και ξεκολλημό δεν είχε, ενώ το τελευταίο λεωφορείο είχε προ πολλού φύγει…

Τι πεζή που είναι καμιά φορά η ζωή!...Έτσι, ξεκινήσαμε τον μακρύ δρόμο του γυρισμού με τα πόδια. Μα τι πόδια! Γεμάτα φουσκάλες τα ποδαράκια μας από τον χορό. Επίσης, κάναμε την επιστημονική ανακάλυψη πως τα ψηλά τακούνια δεν είναι τα κατάλληλα υποδήματα για ποδαρόδρομο σε αγροτικό δρόμο ελληνικής νήσου. Οπότε, ύστερα από καμιά εκατοστή μέτρα, βγάλαμε τα πεδιλάκια μας και κούτσα-κούτσα συνεχίσαμε τον ποδαρόδρομο με βαθύ πόνο ψυχής. Κανονικές Σταχτοπούτες.

Κάποτε… φτάσαμε. Θα είχε πάει η ώρα μία. Για καλή μας τύχη («Η Τύχη ευνοεί τους τολμηρούς», λέει μια λατινική παροιμία), η μαμά-Πατάτα δεν είχε ακόμα επιστρέψει από το γλέντι με τις φίλες της. Βογκώντας, κλαψουρίζοντας και παραμιλώντας χωθήκαμε, έκπτωτες Πριγκίπισσες, στα κρεβάτια μας.

Μόλις ήρθε στο τσακίρ κέφι από τα ουζάκια…
«Πώς ήταν η ταινία στο σινεμά;» ρωτάει.
«Καλή!» απαντάμε κι οι δύο εν χορώ.
«Τι έργο έπαιζε; Ρομαντικό;» Ήθελε να μάθει και λεπτομέρειες.
«Περιπέτεια…» απαντάω.
«… αλλά ρομαντική!» συμπλήρωσε η συνένοχη.

Καληνυχτιστήκαμε, κοιμηθήκαμε, κι είδαμε όνειρα γλυκά. Εφηβικά.
 
Οι Σπέτσες είναι ένα από τα καλύτερα νησιά της Ελλάδας. Αυτό σου τό ‘πα; Α, δεν σου τό ‘πα! Μ’ αυτά και μ’ αυτά, δεν πρόλαβα. Αν δεν έχεις πάει ποτέ, να πας. Έχει κι ωραίους ανθρώπους.

Όμως, η σπιτονοικοκυρά μας στην πανσιόν ήταν, πώς να το πω… επιεικώς «γρουσούζα». Όλο «μη» και «μη» μάς έλεγε. «Μην ανοιγοκλείνετε συνέχεια το ψυγείο, φεύγει η ψύξη, θα ξινίσουν τα γιαούρτια μου!». Και πώς θα φάμε παγωτό; «Μην αφήνετε το φως της σκάλας αναμμένο τη νύχτα!» Και πώς θα βρούμε τον δρόμο να πάμε να κάνουμε την «ανάγκη» μας έξω; «Μη μιλάτε δυνατά το βράδυ μετά τις 10!» Και πώς θα πούμε ανέκδοτα; «Μην ανοίγετε το παράθυρο του δρόμου, θα μπουν μύγες!» Και πώς θα δούμε αν ήρθε να μας κάνει… καντάδα κάποιος; «Μην ανάβετε το θερμοσίφωνα, να κάνετε ντους με κρύο νερό και μην ανοίγετε τη βρύση τέρμα!». 

Αλλά το «καλυτερότερο» όλων: «Να μην κάνετε ντους πάνω από μια φορά την ημέρα!»… Αύγουστος, κατακαλόκαιρο, καύσωνας, ιδρώτας, θάλασσα, αλμύρα. Έλεος!...

Μη ετούτο, μη εκείνο. Μας τά ‘χε πρήξει με τη γκρίνια της. Και να πεις πως δεν έπαιρνε αρκετά λεφτά για ένα μήνα. Κάθε χρόνο της τ’ ακουμπούσε η μαμά-Πατάτα και η τιμή τσουχτερή.

Της το φυλάγαμε! Την τελευταία μέρα πριν φύγουμε, πήραμε την «κρύα» εκδίκησή μας. Το σχέδιο, ήταν δικής μου έμπνευσης. Μπορεί η Πατάτα να ήταν «μανούλα» στα ερωτικά, αλλά στις μυστικές αποστολές, ήμουν αξεπέραστη.

Το πλοίο ήταν να σαλπάρει σε περίπου μια ώρα. Αφού ξαποστείλαμε τη μαμά-Πατάτα να ξεκινήσει πρώτη με τη βαλίτσα για το λιμάνι «κι εμείς ερχόμαστε» ξεκινήσαμε την εκτέλεση του προσυμφωνημένου σχεδίου σιωπηλά.

Αρχίσαμε από το ψυγείο. Με μια σύριγγα που είχα προμηθευτεί από το Φαρμακείο έκανα ενέσεις ξυδιού πρώτα σε όλα τα γιαούρτια και μετά σε διάφορα σημεία γύρω-γύρω στο καρπούζι της. Εννοείται πως, μέρα-μεσημέρι, ανάψαμε όλα τα φώτα του διαδρόμου. Ανοίξαμε και το παράθυρο, αφήσαμε ένα πιατάκι με ζάχαρη στο τραπέζι και προσκαλέσαμε τις μύγες.

Σειρά είχε η μπουγάδα της στην αυλή. Απλώσαμε ξανά όλα τα σεντόνια της διπλωμένα στραβά και τα αφήσαμε σαν να είχε περάσει από κει πρόσφατα ένας Καλικάντζαρος.

Αλλά, το καλύτερο το αφήσαμε για το τέλος! Πήγαμε στο πλυσταριό, το πέτρινο κτίσμα στην αυλή που το ονόμαζε «λουτρό». Πρώτα ανοίξαμε το θερμοσίφωνο. Ανοίξαμε τη βρύση τέρμα να τρέχει σαν ποτάμι το νερό. Κι ύστερα… Ύστερα, τρεχάτε ποδαράκια μου! Όπου φύγει-φύγει μη μας τσακώσει το θεριό.

Φτάσαμε στο «τσακ» στο λιμάνι, επιβιβαστήκαμε γελώντας και ύστερα από πεντέμιση και κάτι ώρες φτάσαμε στον Πειραιά. Η μαμά-Πατάτα δεν πήρε είδηση. Το ξέρω, ήταν άθλιο αυτό που κάναμε. Αλλά, είχαμε το ελαφρυντικό πως ήμασταν παιδιά. Φαντάζομαι, άμα ζει, ακόμα θα μας θυμάται. Πάντως, κάθε που τυχαίνει να φάω ξινισμένο γιαούρτι… χε-χε… τη θυμάμαι. Και δεν διαμαρτύρομαι. Γιατί, κάρμα είναι κι αυτό, κι ότι κάνεις στον άλλο, λένε πως κάποια μέρα μπροστά σου θα το βρεις. Το σύμπαν, όλα τα θυμάται!

ΨΑΡΙ ΑΛΑ ΣΠΕΤΣΙΩΤΑ
(με Γλαύκο για 6 άτομα)

ΥΛΙΚΑ

Συνήθως γίνεται με συναγρίδα, σφυρίδα κλπ. Σήμερα χρησιμοποίησα για πρώτη φορά γλαύκο και ήταν υπέροχο.

1 κιλό ψάρι σε φέτες
1 κιλό ώριμες ντομάτες
1 κ.σ. πελτές ντομάτας
2 λεμόνια (χυμός)
4 σκελίδες σκόρδο ψιλοκομμένο
1 ματσάκι μαϊντανός ψιλοκομμένος
αλεύρι (για να αλευρώσω τα ψάρια)
1 φλιτζ. καλό ελαιόλαδο
αλάτι και πιπέρι

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Πλένω τις φέτες του ψαριού, τις στραγγίζω, τις αλατίζω και τις αλευρώνω και από τις δυο πλευρές. Τις τοποθετώ σε ένα ταψί και ρίχνω πάνω τους τον μαϊντανό και το σκόρδο. Τρίβω στον τρίφτη τις μισές ντομάτες και τις ανακατεύω με τον τοματοπελτέ και τον χυμό των λεμονιών. Τις υπόλοιπες ντομάτες τις κόβω σε ροδέλες και τις βάζω πάνω στο ψάρι. Ρίχνω αλάτι και πιπέρι (προτιμώ κόκκινο καυτερό). 

Περιχύνω με ελαιόλαδο και βάζω το ταψί σε προθερμασμένο φούρνο στους 250ο C για 20’ έως 30’ μέχρι να ροδοκοκκινίσουν.

Το συνοδεύω με πατατοσαλάτα για να θυμάμαι την Πατάτα!

Το ψάρι αλά Σπετσιώτα τρώγεται και ζεστό και κρύο. Η… «χυλόπιτα» πάλι, μάλλον τρώγεται καλύτερα κρύα…

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. «Χυλόπιτα» (για τους νεότερους) = η άκομψη και απότομη απόρριψη από το αντικείμενο του πόθου κατά τη διάρκεια του… «ψησίματος».

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!


ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΣΑΝ SLIDESHOW

Κυριακή 13 Ιουλίου 2014

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ (και Κριθαράκι με Λαχανικά)

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ: ΘΑΛΑΣΣΟΓΡΑΦΙΑ

(και Κριθαράκι με Λαχανικά)


Το Μαριλιζάκι ταξιδεύει...
Κλείνω τα μάτια, ονειρεύομαι
με μάτια ορθάνοιχτα, κι εγώ πάλι ονειρεύομαι
το μπλε της θάλασσας και το γαλάζιο τ’ ουρανού
γαμεύονται, τον ήλιο γεύονται, μαγεύονται κι ύστερα
ύστερα θα γεννούν παιδιά πολλά
της θάλασσας και τ’ ουρανού παιδιά
Ωχ, σαν τα σύννεφα τα χρόνια θα περνούν…

Άργησα να σου γράψω ανίψι, συγχώρα με. Καμιά φορά πιάνω κι εγώ ένα φαράσι, ένα ξεσκονόπανο, μια σφουγγαρίστρα και μπερδεύομαι με τις κοινές δουλειές κοινών  ανθρώπων. Ω, ναι, είναι φορές που κι οι ποιητές θα χρειαστεί να ξαραχνιάσουν κάποιο ξεχασμένο ταβάνι.

Ελάχιστα τα στιγμιότυπα που σώζονται στην επιλεκτική μνήμη μου από τα πρώτα χρόνια. Μα η πρώτη συνεύρεση με το θαλασσινό νερό είναι καθοριστική. Γιατί ως εκείνη τη στιγμή δεν υπήρξε τίποτε πιο βαθύ, πιο πλατύ, πιο μεγάλο.

Λένε πως κάποτε ζούσαμε μαζί όλα τα όντα του πλανήτη μες στη θάλασσα. Έτσι είναι, το κύτταρό μου συμφωνεί.

Εκεί, στον τόπο του άλλου ήχου, βουτάς με το κεφάλι και ξεχνάς άμοιρο στεριανό ον πως κάποτε θα χρειαστεί να πάρεις μια εισπνοή και συγχρονίζεις τον ρυθμό σου μ’ εκείνον του κοπαδιού από μικρά ψάρια που κολυμπούν δίπλα σου μαζί σου άφοβα γιατί σ’ αναγνωρίζουν ως συγγενή τους, ενώ παρατηρείς τα φύκια που χορεύουν βαλς, όμως παγώνει ξαφνικά το αίμα σου σαν αντικρίζεις μια μυστική υποβρύχια σκοταδερή σπηλιά – ποιος ξέρει τι είδους θαλάσσια τέρατα να κρύβει – κι άλλοτε πάλι συναντάς μια μέδουσα ιριδίζουσα απειλητική, την προσπερνάς, βλέπεις μια τσούχτρα διάφανη, γλοιώδη σαν ξεχασμένο ζελέ έξω από το ψυγείο, λίγο πιο κει παραμονεύει ο αχινός μα, απρόσμενα, εμφανίζεται μπροστά σου ένα παιδάκι με μάσκα και βατραχοπέδιλα κι αναγνωρίζεις στην εικόνα του τον πρώιμο άγουρο εαυτό σου και τελεία. Η δασκάλα της έκθεσης ιδεών έλεγε πως είναι καλό, όταν γράφει ένα παιδί, να μην ξεχνάει να βάζει κάπου-κάπου μια τελεία. Μα η θάλασσα δεν δέχεται τελείες. Η θάλασσα είναι πλατιά σαν παύλα.

Το νήπιο εκείνο, σ’ αυτή την ασπρόμαυρη φωτογραφία του περασμένου αιώνα, που λένε πως μου μοιάζει ακόμα, σαν έφτασε στο όριο της στεγνής άμμου για πρώτη φορά άρχισε να τρέμει. Η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα και γούρλωσε τα μάτια του με τρόμο μόλις του είπαν «έλα μέσα, είναι πολύ ωραία η θαλασσίτσα!»

Δεν υπήρχε φανερός λόγος να διστάζει. Η θάλασσα ήρεμη, σαν λάδι του έλεγαν. Ήρεμη, ρηχή, φιλική. Ο καιρός ζεστός. Γύρω, παιδάκια και μανούλες να πλατσουρίζουν και να τιτιβίζουν σαν χαρωπά σπουργίτια. Είχε όλο τον απαραίτητο εξοπλισμό: μπρατσάκια με τον Ντόναλντ, παπουτσάκια πλαστικά, να μην πονέσει η τρυφερή πατούσα αν τύχει και πατήσει κάποιο βοτσαλάκι…

Τι έφταιγε που ξαφνικά το νήπιο έμπηξε τα κλάματα;

Στάθηκε μετέωρο, με ένα πόδι μέσα και με ένα έξω από τη θάλασσα. «Μη φοβάσαι, σε κρατάω» ακούστηκε καθησυχαστική η φωνή της μαμάς. Σε λίγο, κολυμπούσε ανάσκελα και κλωτσούσε με δύναμη τα νερά που έπεφταν σαν κύματα στα μούτρα του. Που και που, έπινε και λίγο νερό – παράξενη αλμυρόγλυκη γεύση. Κολυμπούσε μια χαρά. Ανάλαφρα, φυσικά, σαν γεννημένη δελφίνι.

«Μπράβο! Είδες τι ωραία τώρα που μπορείς και κολυμπάς μόνη σου;» είπε η μαμά. Τότε, ξαφνικά συνειδητοποίησε πως τα χέρια-δίχτυα ασφαλείας, εγγύηση επιβίωσης, δεν ήταν πια εκεί. Αυτό ήταν! Το σώμα έγινε βαρύ σαν σίδερο, ο βυθός ένας τεράστιος μαγνήτης. Πρώτα λύγισε η μέση. Έπειτα χέρια και πόδια βυθίστηκαν κι ολόκληρη η Μεσόγειος όρμησε με φόρα μες στα μάτια, στη μύτη και στ’ αυτιά. «Πνίγομαι», σκέφτηκε.

Τι έφταιγε που από τη μια στιγμή στην άλλη το νήπιο έχασε την έμφυτη ικανότητά του να επιπλέει;

Το επόμενο καλοκαίρι, απόκτησε κουλούρα, μεγάλη, εντυπωσιακή. Δεν θα ξαναφορούσε πια μπρατσάκια που είναι για… μωρά. Κολυμπούσε άνετα, μα πάντα στα ρηχά, να «πατώνει». Μια μέρα ξεχάστηκε. Όταν θυμήθηκε να κοιτάξει προς την ακτή, της φάνηκε κάπως μακριά. Ξαφνικά, στο μυαλό της καρφώθηκε μια ιδέα. Πως κάποιο ύπουλο θαλάσσιο ρεύμα θα την παρασύρει μακριά ώσπου θα χαθεί.

Τι έφταιγε που στα καλά καθούμενα ένα άγριο βουητό πλημμύρισε τ’ αυτιά της και πίστεψε πως σίγουρα ήρθε το τέλος της;

Ένα χρόνο αργότερα, η κουλούρα μπήκε κι αυτή στη λίστα «για μωρά» κι απόκτησε τα πρώτα της βατραχοπέδιλα. Μάταια της φώναζαν γύρνα πίσω από την παραλία. Τώρα πια, το αφεντικό ήταν αυτή. «Ελάτε να με πιάσατε» τους φώναζε. Μέχρι που ήρθε εκείνη η μέρα…

Εκεί που κολυμπούσε ανέμελα ξυστά στα βράχια, έπιασε με την άκρη του ματιού της μια υποβρύχια σκιά. Το «πράγμα» ήταν μεγάλο. Ήταν και οβάλ. Έμοιαζε και με φάλαινα... 

Είχε ακούσει να λένε για ένα ον που το ονομάζουν καρχαρία και που δεν τό ‘χει σε τίποτα να σου κόψει ένα κομμάτι αν σε βρει μόνο στα βαθιά.

Θυμάμαι πως το κορμί της έγινε πύραυλος καθώς με δεκατέσσερα χέρια και πόδια κολυμπούσε έντρομη προς την ακτή. Μια ακτή που έμοιαζε μακριά, πολύ μακριά. Σε λίγα δευτερόλεπτα - πρέπει να έσπασε παγκόσμιο ρεκόρ – βγήκε απ’ το νερό. Μα η ταχύτητα που είχε αναπτύξει ήταν τόσο μεγάλη που συνέχισε να «κολυμπάει», πάνω στην καυτή άμμο. Τόσο, όσο που να βεβαιωθεί πως γλύτωσε και πως το κήτος δεν την ακολουθεί στη στεριά...


Τι έφταιγε που το παιδάκι πέρασε έναν αθώο βράχο για επικίνδυνο θαλάσσιο τέρας;

Γελούσε με το περιστατικό ύστερα. Ύστερα. Που ο ΦΒΣ πέρασε. 

Ο ΦΒΣ είναι διπρόσωπος. Πότε είναι φίλος και πότε εχθρός. Φίλος, αν συνεργάζεται μαζί σου για να σου εξασφαλίσει την επιβίωση. Εχθρός ο ΦΟΒΟΣ, αν σε ευνουχίζει και σου κόβει χέρια, πόδια και ουρά και δεν σ’ αφήνει να απολαύσεις το καινούριο, το άγνωστο και να ευχαριστηθείς.


Στα πέντε της χρόνια πήγε ξανά στην παραλία. Αυτή τη φορά με συνοδό. Κατέβηκε φορώντας ένα πορτοκαλί μπικίνι πλεγμένο στο βελονάκι από τη γιαγιά της κι ένα καπέλο «Βουγιουκλάκης» - έτσι το έλεγαν τότε το πλατύγυρο ψάθινο καπέλο. 

Χεράκι-χεράκι γελώντας πονηρά και γουργουρίζοντας σαν γάτα, έφτασε στην παραλία, κλώτσησε το κύμα και βούτηξε άφοβα μαζί με το πρώτο της αγόρι.

Οι «Μεγάλοι» τους κορόιδευαν. Γελούσαν μαζί τους. Κούνια που τους κούναγε! Οι μεγάλοι σχεδόν ποτέ δεν μπορούν να μπουν μέσα στο μυαλό ενός μικρού παιδιού. Επειδή τα κύτταρα τους εκείνα που θυμούνται έχουν όλα τους πεθάνει από καιρό και, καθώς φαίνεται, μαζί τους πεθαίνουν και οι αναμνήσεις.

Αυτά που λες!... Σήμερα θα φάμε κριθαράκι καλοκαιρινό. Αθώο και τρυφερό...
Σαν αυτό που μας περίμενε στο μεσημεριανό τραπέζι, μετά το ντους που κάναμε με το λάστιχο στην αυλή για να φύγουν από πάνω μας τα θαλασσινά νερά και το αλάτι ενός άλλου ανεξιχνίαστου ακόμα Κόσμου…

ΚΡΙΘΑΡΑΚΙ ΜΕ ΛΑΧΑΝΙΚΑ
(για 3 μερίδες)

ΥΛΙΚΑ

1 κούπα κριθαράκι για γιουβέτσι
1 ώριμη ντομάτα τριμμένη
1 καρότο ψιλοκομμένο
1 κρεμμύδι ξερό ψιλοκομμένο
1 κολοκυθάκι κομμένο σε κύβους
1 ξυλαράκι κανέλα
5 κόκκοι πιπέρι & 3 κόκκοι μπαχάρι
1 δαφνόφυλλο
1 κ.σ. δυόσμος ψιλοκομμένος
1 κ.γλ. ζάχαρη
ελαιόλαδο
αλάτι


ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Σε μια βαθιά κατσαρόλα σοτάρω τα λαχανικά στο ελαιόλαδο και σε λίγο προσθέτω τα μπαχαρικά. Ρίχνω 3 κούπες βραστό νερό, τη ζάχαρη και το αλάτι και μόλις κοχλάσει προσθέτω το κριθαράκι και τον δυόσμο. Σιγοβράζω για όσο χρόνο γράφουν οι οδηγίες του πακέτου για το ζυμαρικό και το σερβίρω ζεστό. 

Ζεστός σερβίρεται μετά την κρύα θάλασσα 
ο Έρωτας, παιδί μου... 

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ


Υ.Γ. Ωχ, σαν τα σύννεφα τα χρόνια θα περνούν…

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!


ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΣΑΝ SLIDESHOW

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

ΤΑ ΚΒΑΝΤΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΣΤΟ ΤΑΨΙ ΜΕ ΓΕΜΙΣΤΑ «ΟΡΦΑΝΑ»

ΤΑ ΚΒΑΝΤΑ ΧΟΡΕΥΟΥΝ ΣΤΟ ΤΑΨΙ ΜΕ ΓΕΜΙΣΤΑ «ΟΡΦΑΝΑ»

(συνταγή vegetarian)

Πρόσθεσα στην παραδοσιακή συνταγή ένα υλικό με το οποίο πειραματίστηκα για πρώτη φορά και είμαι ενθουσιασμένη. Έλα, πέρνα μέσα να σου πω!
Κάθε που έμπαινε για τα καλά το καλοκαίρι κι ο τόπος έβραζε, η γιαγιά Μαρία έβγαζε από το ντουλάπι της το μεγάλο μακρόστενο ταψί για να φτιάξει γεμιστά! Λίγο η φτώχεια της, που δεν έλεγε να την εγκαταλείψει, λίγο η δίαιτα του γιατρού που της έγραφε να αποφεύγει το κρέας, τα γεμιστά της ήταν πάντοτε «ορφανά».

Ορφανή κι η ίδια, από τα δεκαέξι της χρόνια, πρόφερε τη λέξη αυτή με τρυφερότητα. Τα δάκρυα δεν τα είχε εύκολα. «Στα δύσκολα, δεν είναι καιρός για κλαψουρίσματα, μόνο για δράση!» μου έλεγε. «Ακόνισε το μυαλουδάκι σου, μάθε, διάβαζε, βάλε την κρίση σου να δουλέψει και κάμε ό,τι μπορείς».

Βλέπω γύρω και σήμερα τόση δυστυχία, τόση ανέχεια, γέμισε νεόπτωχους η Αθήνα. Δεν μπορώ παρά να θυμηθώ τη γιαγιά μου και τις συμβουλές της. «Μην είσαι ρομαντική, η ευαισθησία δεν τάισε ποτέ κανέναν» μου έλεγε. «Γίνου σοφή και ξύπνια. Μην κάθεσαι σαν κουτορνίθι και γίνεσαι θύμα. Η ζωή δεν είναι ρομάντζο. Κοίτα να βοηθήσεις τον εαυτό σου και να συνδράμεις και τους άλλους πρακτικά. Με τα λόγια δεν χόρτασε κανείς. Γιατί τα λόγια τα παίρνει ο αέρας και πίσω δεν τα φέρνει».

Τιμώντας την άποψή της για οικονομία στα λόγια, περνάω αμέσως στη συνταγή.

ΤΑ ΠΛΕΟΝΕΚΤΗΜΑΤΑ

Τα γεμιστά είναι ένα φαγητό που όταν κρυώσει γίνεται ακόμα πιο νόστιμο. Είναι το τέλειο μεσημεριανό σαν επιστρέψεις ψημένος στον ήλιο και στ’ αλάτι από το μπάνιο σου στη θάλασσα. Αρέσει πολύ σε μικρούς και μεγάλους φαγάδες. Μέχρι στιγμής, δεν έχω γνωρίσει άνθρωπο που να μην το τιμά.

Το ταψί σου γίνεται παλέτα χρωμάτων. Κόκκινο, πράσινο, κίτρινο, μοβ, πορτοκαλί. Η μυρωδιά του αρωματίζει υπέροχα το σπίτι. Συνδυάζει ισορροπημένα το αλμυρό με το γλυκό.

«Μιαμ-μιαμ!» λέγαμε παιδιά κι όχι γιαμ-γιαμ και γιάμι που λένε οι Αμερικάνοι. «Ωωω!» αναφωνούσαμε ως Αρχαίοι Έλληνες, όχι γουάου, μόλις το ταψί έβγαινε από τον φούρνο αχνιστό. Ενίοτε μπορεί να λέγαμε και κανένα «Αμάν!». Κατάλοιπα της Τουρκοκρατίας... Τέλος πάντων, τελικά πάλι φλυάρησα. Ιδού η συνταγή! Με μια δική μου προσθήκη όμως. Δεν κρατιέμαι να μη βάλω λίγο το χεράκι μου να πειράξω την… Ιστορία.

Μαζί με τα παραδοσιακά λαχανικά, θα βάλω στο ταψί μου και δυο σύγχρονες πιπεριές. Την κίτρινη και την πορτοκαλιά. Θα βάλω όμως και κάτι ακόμα. Ένα συναρπαστικό υλικό που θα δώσει στα γεμιστά μου εξαίσια γεύση… Λιαστές ντομάτες, απ’ αυτές που έφτιαξα την προηγούμενη εβδομάδα!

ΓΕΜΙΣΤΑ «ΟΡΦΑΝΑ»
(για 8 πεινασμένους)

ΥΛΙΚΑ

4 μέτριες ώριμες ντομάτες
5 μεγάλες πιπεριές πράσινες
1 πιπεριά κίτρινη
1 πιπεριά πορτοκαλί
1 πιπεριά κόκκινη
2 μεγάλα κολοκυθάκια
2 μελιτζάνες (φλάσκες)

1 καρότο ψιλοκομμένο
3 μέτρια κρεμμύδια ξερά ψιλοκομμένα
4 μέτριες πατάτες κομμένες στη μέση
1 νεροπότηρο ρύζι για γεμιστά
2 κ.σ. κουκουνάρι
1 φλ.τσ. σταφίδες
4 λιαστές ντομάτες ψιλοκομμένες
1 γεμάτη κ.σ. πελτές ντομάτας
½ νεροπότηρο ελαιόλαδο 

1 μικρό ματσάκι φρέσκος μαϊντανός ψιλοκομμένος
1 κ.σ. δυόσμος αποξηραμένος (ή 2 κ.σ. φρέσκος)
1 κ.γλ. κανέλα τριμμένη
1 κ.σ. ζάχαρη
1 κ.γλ. πιπέρι τριμμένο
1 κ.γλ. αλάτι
2 κ.σ. τριμμένη φρυγανιά
1 ποτήρι χλιαρό νερό


Για τη σάλτσα

1 μεγάλη ώριμη ντομάτα
2 ποτήρια χλιαρό νερό
1 νεροπότηρο ελαιόλαδο
1 κ.γλ. αλάτι



ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Αφαιρώ τα κοτσανάκια από τις σταφίδες (αν έχουν) και τις μουσκεύω σε ένα ποτήρι ζεστό νερό. Όταν μαλακώσουν, τις σουρώνω και φυλάω το νερό.

Κόβω προσεχτικά τα καπάκια από τις ντομάτες και με ένα κουταλάκι τις αδειάζω και τις γυρίζω ανάποδα να στραγγίξουν μέσα στο μεγάλο ταψί. Κόβω τα καπάκια από τις πιπεριές και πετάω τα σπόρια τους. Κόβω από κάθε πιπεριά μια ροδέλα ενός εκατοστού για τη χρησιμοποιήσω στη γέμιση. Κόβω ένα καπάκι κατά μήκος στα κολοκυθάκια και τα αδειάζω με το ειδικό εργαλείο. Κόβω τις μελιτζάνες στα δυο κατά μήκος. Κόβω από μια λεπτή φλούδα για να δημιουργήσω καπάκια. Αδειάζω τις μελιτζάνες. Ψιλοκόβω το περιεχόμενο από τις μελιτζάνες και τα κολοκυθάκια, τις ροδέλες που φύλαξα από τις πιπεριές και το καρότο.

Τρίβω στον τρίφτη το περιεχόμενο από τις ντομάτες και το σουρώνω για να πετάξω τα σπόρια. Το βάζω σε ένα μπολ και το ανακατεύω με τα υλικά της σάλτσας.

Σε μια μεγάλη φαρδιά κατσαρόλα σοτάρω σε μέτρια φωτιά το κρεμμύδι με ½ νεροπότηρο ελαιόλαδο μέχρι να ξανθύνει. Ρίχνω το κουκουνάρι και ανακατεύω για 2 λεπτά. Προσθέτω το ρύζι και ανακατεύω γρήγορα με την ξύλινη κουτάλα για να μην κολλήσει. Ρίχνω τα λαχανικά που έκοψα προηγουμένως. Προσθέτω την κανέλα, 1 κ.γλ. αλάτι, το πιπέρι, τη ζάχαρη, τον πελτέ και το νερό από τις σταφίδες. Ανακατεύω, βάζω το καπάκι και τα σιγοβράζω για 10’.

Αποσύρω την κατσαρόλα από τη φωτιά και προσθέτω τον δυόσμο, τον μαϊντανό, τις λιαστές ντομάτες. Όταν κρυώσει λίγο, γεμίζω με ένα κουτάλι τα λαχανικά. Δεν τα γεμίζω εντελώς γιατί στη διάρκεια του ψησίματος το ρύζι θα φουσκώσει. Τοποθετώ τα καπάκια, περιχύνω με τη σάλτσα. Βάζω ενδιάμεσα και τις πατάτες. Πασπαλίζω με την τριμμένη φρυγανιά. Ρίχνω από πάνω λίγο ακόμα αλάτι και φρεσκοτριμμένο πιπέρι.

Ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο στους 160-180ο C στην κάτω σχάρα για 1 ώρα και 15 λεπτά. Σβήνω το φούρνο και τα αφήνω μέσα για 15 λεπτά. Αν χρειαστεί προσθέτω στο ταψί λίγο ζεστό νερό.

Τα γεμιστά τα προτιμώ κρύα με τυρί φέτα ή κατίκι.

Η αλήθεια είναι πως αυτό το φαγητό, για την προετοιμασία του θέλει δουλειά. Ώρες στην κουζίνα. Με καλή παρέα όμως, η δουλειά γίνεται διασκέδαση, συμφωνείς;

Το μυστικό για να πετύχει το φαγητό, σου τό ’χω πει και θα στο ξαναπώ. Μαγείρευε με αγάπη. Χωρίς άγχος και βιασύνη. Με χαρούμενες σκέψεις και υπομονή. Δίνε προσοχή στις λεπτομέρειες. Αλλιώς, άσ’το καλύτερα. Φάε ψωμοτύρι και τελείωνε. Γιατί η εσωτερική σου διάθεση, η ενέργειά σου περνάει στο φαγητό που φτιάχνεις και τότε τα κβάντα χορεύουν στο ταψί! Δεν σου φταίει ο κόσμος να τον δηλητηριάζεις με τις σκέψεις σου.

Άντε να ανακατέψουμε τα κβάντα μας, να δούμε τι φαί θα βγει.

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Σε πληροφορώ πως τα γεμιστά που βλέπεις πέτυχαν τόσο που δεν έχει μείνει ούτε ένα για δείγμα. Ευτυχώς που τα φωτογράφισα!

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!


ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΣΑΝ SLIDESHOW