Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

ΣΧΟΛΙΚΗ ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΚΑΙ ΤΣΙΠΣ

ΣΧΟΛΙΚΗ (ΜΑΘΗΤΙΚΗ) ΠΑΡΕΛΑΣΗ ΚΑΙ ΤΣΙΠΣ

(τροφή για ανήσυχα παιδιά…)

Σήμερα θα φτιάξω πατάτες τσιπς. Και θα σου πω σε λίγο το γιατί… Έτσι κι αλλιώς, έλα μέσα γιατί θέλω να σου πω κι ένα κολπάκι που μου έμαθε μια καλή νοικοκυρά για να κάνεις τις καλύτερες τηγανιτές πατάτες του κόσμου!
Την 28η Οκτωβρίου μεταξύ άλλων (όπως την πρεμιέρα για το 2013 στα Κλεμμένα Όνειρα, το νέο smartphone που μόλις κυκλοφόρησε, την πρώτη έξοδο του πριγκηπικού βρέφους της Αγγλίας μετά τη βάπτισή του και άλλα…) γιορτάζουμε στην Ελλάδα κι ένα "ΟΧΙ" στην κατάληψη της χώρας… Ναι. Αυτό. Όχι το τέλος της Τουρκοκρατίας που έλεγε ένας συμμαθητής ούτε την Άλωση της Πόλης που έλεγε στην τηλεόραση μια κοπελιά...

Δε μου λες «μαρή»… το εγκρίνεις να τηγανίσουμε να φάμε πατάτες ή μήπως θα μας πεις ότι πάλι κάνουμε σπατάλες; Για «ναι» το κόβω αυτό το πλάνο βλέμμα σου. Πάντως, καλού-κακού, μιας και δεν είμαι σίγουρη πως το 1944 όντως τελείωσε ο πόλεμος, σε ρωτάω για να μην καταλήξω σαπούνι με άρωμα σοκολάτας…


Αυτή η χώρα μοιάζει να θέλει να μείνει για πάντα μόνη… Αλλά δε φταις εσύ για όλα κυρά μου. Άκουσα προχθές από το στόμα ακαλλιέργητου (για να το πω κομψά) φίλου - είναι και «πνευματικός άνθρωπος», τρομάρα του - πως «τι παρελάσεις και σαχλαμάρες, αυτά δεν μας χρειάζονται πια, τώρα είμαστε Ευρώπη»… Ωραίο. Για σύντομο ανέκδοτο, καλό είναι. 


Για μένα, η μαθητική παρέλαση ήταν αναμφίβολα κάτι σπουδαίο. Για να μην παρεξηγηθώ για όσα σου πω παρακάτω, και μου ρίξεις τίποτε πατάτες, την ώρα που βηματίζαμε στην ευθεία εκπροσωπώντας «τα νιάτα, τη μαθητιώσα νεολαία, την ελπίδα του αυριανού κόσμου, τον ανθό της γης…» η καρδιά μου γέμιζε από Εθνική υπερηφάνεια. 

Το κεφάλι ψηλά, το βλέμμα να θωρεί το λαμπρό μέλλον, το στήθος φουσκωμένο και η κοιλιά ρουφηγμένη προς τα μέσα… καθώς μια έφηβη, ακόμα κι αν είναι 58 κιλά και 1.68 ύψος πιστεύει πάντα πως είναι χοντρή.


Μπορεί να κυλάει στις φλέβες μου αίμα 50% ελληνικό, όμως στην Ελλάδα έζησα όλη μου τη ζωή. Αυτή είναι η πατρίδα μου. Και είμαι περήφανη που είμαι Ελληνίδα. Με τους αρχαίους φιλοσόφους μεγάλωσα, μαθήτρια του Σωκράτη, με ελληνικές παροιμίες κατάλαβα τι τρέχει, με ζεϊμπέκικο χόρεψα και φτιάχτηκα, την Ακρόπολη βλέπω στα όνειρά μου, με τον Ποσειδώνα πάλεψα, τη Θεά Αθηνά θαυμάζω και αγαπώ. Όπως και την πολύπαθη λαμπρή πόλη της, άλλωστε.

Τώρα που εξηγήθηκα, θα σου πω και τι γινόταν στο παρασκήνιο της παρέλασης…

Ένα θέμα για εμάς τα κορίτσια ήταν το μήκος της μαθητικής ποδιάς. Φορούσαμε ποδιές τότε, θα σου πω άλλη φορά. Είχαμε μια γυμνάστρια που μάλλον θα είχε πάρει όρκο αγαμίας, δεν ξέρω, πάντως ήταν στεγνή σαν την καλαμιά και μισούσε οτιδήποτε έδειχνε «θηλυκό». Κυκλοφορούσε μονίμως με τη φόρμα τη μπλε με τη λευκή ρίγα και τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω σα Γκεστάπο. Η σφυρίχτρα κρεμασμένη στο λαιμό, να τσιρίζει και να σου τρυπάει τ’ αυτιά για ασήμαντη αφορμή. 

Όπως πολλοί εκπαιδευτικοί τότε, δεν ήξερε πως η μάθηση πρέπει να συνοδεύεται από τη χαρά. Αν φορούσες κανένα κολιέ και σε συναντούσε στο διάλειμμα, γραπ! Σου το τραβούσε από το λαιμό και φρρρρ!... χοροπηδούσαν αριστερά-δεξιά οι χάντρες στο προαύλιο. Βραχιόλια, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια κατάσχονταν. Τα έβαζε σε ένα κλειδωμένο συρτάρι και σου έλεγε πως θα σου τα δώσει στο τέλος της χρονιάς. Οπότε, καταλαβαίνεις τι γινόταν με το μήκος της φούστας της στολής της παρέλασης… Βέβαια δεν ήταν όλες οι μαθήτριες σαν εμένα και τις φίλες μου. Υπήρχαν και τα «καλά» κορίτσια.

Εμείς, οι «άλλες», αφού περνούσαμε από την … Ιερά Εξέταση και παίρναμε «εξιτήριο», ξεκινούσαμε με τα πόδια από το Δημόσιο του Παλαιού Ψυχικού για το Blue Bell. Την πλατεία που θα γινόταν η παρέλαση σχεδόν ένα χιλιόμετρο μακριά. Στο δρόμο βγάζαμε κρυφά το καθρεφτάκι από το σουτιέν. Λίγο βούτυρο κακάο στα χείλια να γυαλίσουν, λίγο κραγιόν στα μάγουλα να κοκκινίσουν, λίγο με τα δάχτυλα να φουντώσει το μαλλί...

Ήταν μεγάλο γεγονός η 28η Οκτωβρίου για το χωριό του Ψυχικού. Οι «επίσημοι» όπως και όλοι οι αρσενικοί παρευρισκόμενοι ζαλιζόντουσαν κάπως με το θέαμα και γύριζαν στο σπίτι τους λίγο πιο ευτυχείς. Θυμάμαι σε παρέλαση στη Β’ Λυκείου, ήμουν διμοιρίτισσα, και να τα φλας και να οι φωτογραφίες! Ολόκληρο 36άρι φιλμ θα πρέπει να ξόδεψε για πάρτη μου ένας κουστουμάτος κύριος. Αναρωτιέμαι αν φύλαξε καμιά πόζα για το παιδάκι του, που σίγουρα θα συμμετείχε κι αυτό το καημένο στην παρέλαση. Και πώς να εξήγησε άραγε αργότερα στη γυναίκα του γιατί… κάηκε το φιλμ όταν θα επέστρεψε με άδεια χέρια από το φωτογραφείο…

Είχαμε ως κορίτσια τις επιτυχίες μας. Ψεκαζόμασταν με κολόνια. Λεμόνι ή γιασεμί ή τριαντάφυλλο ή πατσουλί. Δεν είχαμε και πολλές επιλογές τότε, δυο-τρεις μάρκες κολόνιες κυκλοφορούσαν και ήταν στάνταρ δώρο στις γιορτές. Τραβούσαμε προς τα κάτω το μπλε γιλέκο με το άνοιγμα V, το ξεχειλώναμε, να φανεί λιγάκι το στητό βυζάκι, ξεκουμπώναμε κι ένα κουμπί από το λευκό πουκάμισο. Τραβούσαμε πάνω από τη μέση την πλισέ γκρίζα φούστα, κι αν ήταν με λάστιχο, στεκόταν μια χαρά. 


Κι όλα αυτά… για την Πατρίδα. Δηλαδή για τα αγόρια… Τα οποία με την εμφάνισή μας εμψυχώναμε… Που αν χρειαζόταν, θα πήγαιναν στον πόλεμο να πολεμήσουν για την Πατρίδα. Κατάλαβες τον συσχετισμό; Τα αγόρια!... Μυρίζανε φερομόνες, όπως μύριζαν όλοι οι άντρες τότε. 

Τα έβλεπες από το παράθυρο την ώρα του μαθήματος να κάνουν πρόβα στον βηματισμό της παρέλασης στο προαύλιο με τα τύμπανα. Τα τύμπανα!... Αυτόν τον ήχο δεν θα τον ξεχάσω ποτέ. Μου σηκωνόταν η τρίχα με τις δονήσεις τους κι ένιωθα γλυκές ανατριχίλες να διαπερνούν σαν ηλεκτρικό ρεύμα το σώμα μου. Ήχος συναρπαστικός που και νεκρούς ανασταίνει… 

Και τώρα ήρθε η ώρα να σου πω πού κολλάνε και τα τσιπς!... Είναι γνωστό, οι έφηβοι πρέπει να τρέφονται καλά. Να τρώνε υγιεινά. Το φαγητό που τους ετοιμάζουν στο σπίτι. Δεν πρέπει ποτέ να τρώνε ότι βρίσκουν στον δρόμο… Ναι, σωστά.



Εμείς, κάναμε κάθε μέρα πλουσιότερο το περίπτερο της πάνω πλατείας. Τρώγαμε ανάκατα γλυκά και αλμυρά. Ποπ-κορν. Κάτι γλοιώδεις καραμέλες σαν ζελέ που τα λέγανε «ματζούνια». Γλειφιτζούρια Τσούπα-Τσουπς (εξ ου και το ψευδώνυμο ωραίου δημοφιλή συμμαθητή μας). Τυρόπιτα – ο λόγος το λέει – μια παντόφλα με ελάχιστο τυρί για δείγμα μέσα. Σοκολάτες με αμύγδαλο ή γέμιση πορτοκάλι ή φράουλα. Μια αηδία τηγανιτή σε ταγκιασμένο λάδι σαν τηγανίτα με ζάχαρη, αλλά καμία σχέση. Μέχρι και ένα μυστήριο σνακ που ήταν απλώς φρυγανιά με επικάλυψη σοκολάτας. Γαριδάκια φτιαγμένα από δεν ξέρω τι (αυτά ποτέ δεν τα έτρωγα). Αλλά… 

Το καλύτερο όλων των σνακ διαχρονικά – έχει αντίρρηση κανείς; - είναι τα…

ΤΣΙΠΣ ΠΑΤΑΤΑΣ !

Πατάτες

Λάδι για τηγάνι

Αλάτι χοντρό



ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΓΙΑ ΤΕΛΕΙΕΣ ΠΑΤΑΤΕΣ ΤΗΓΑΝΙΤΕΣ:

Μου το είπε μια καλή κυρία κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με πλοίο και ήθελα από καιρό να σου το πω. Επιτέλους, σήμερα βρήκα την ευκαιρία! 

Κόβεις σε λεπτές ροδέλες και τηγανίζεις τις πατάτες κανονικά. Λίγο πριν γίνουν τελείως, τις βγάζεις και τις αφήνεις στην άκρη. 

Πριν τις σερβίρεις τις ξαναρίχνεις σε καυτό λάδι για ένα λεπτό. Αυτό τις κάνει απίστευτα τραγανές! 

Τις στραγγίζεις και τις τοποθετείς πάνω σε απορροφητικό χαρτί. 

Τις πασπαλίζεις με αλάτι χοντρό. Μου αρέσει να ρίχνω από πάνω και φρεσκοτριμμένο πιπέρι.


Εμείς ήμασταν αυτά τα παιδιά που πριν από 35 χρόνια ονειρευτήκαμε έναν κόσμο διαφορετικό…

Εμείς είμαστε αυτή η γενιά που μπορούμε ακόμα να φτιάξουμε έναν κόσμο διαφορετικό. 

Τώρα ήρθε η σειρά μας να αποδείξουμε αν κάποια από εκείνα τα λόγια μας στο σχολικό λεύκωμα μπορούν να γίνουν σήμερα πράξη…

Τι λέτε; Πάμε;


Με αγάπη
Η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Γι’ αυτό σου λέω! Η παρέλαση είναι σπουδαίο πράμα. Πέρα από τα αστεία, είναι μέρος της Ιστορίας μας. Της Ιστορίας ενός Έθνους και της προσωπικής ιστορίας του καθενός από εμάς. Και αν και πολλοί «φιλέλληνες» κάνουν ό,τι μπορούν για να ξεχάσει την Ιστορία του ο ελληνικός λαός ώστε από «πολίτες» να γίνουμε «ιδιώτες» (idiot) για να είμαστε εύκολη λεία… ΟΧΙ.



* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

BUNGY JUMPING ΣΤΟΝ ΙΣΘΜΟ ΚΑΙ ΣΠΙΤΙΚΟ ΣΟΥΒΛΑΚΙ

BUNGY JUMPING ΣΤΟΝ ΙΣΘΜΟ ΚΑΙ ΣΠΙΤΙΚΟ ΣΟΥΒΛΑΚΙ

(Σουβλάκι για κρεατοφάγους και χορτοφάγους ήρωες μετά το πήδημα και την... αναλαμπή)

Α! Πάνω στη ώρα ήρθες! Είσαι να πάμε για Bungy Jumping στον Ισθμό;
Ερώτηση: Αν ήξερες ότι αύριο θα πεθάνεις, τι θα ήθελες οπωσδήποτε να προλάβεις να κάνεις;

Μμμ… μια στιγμή να σκεφτώ. Σίγουρα κάτι συναρπαστικό που δεν ξαναδοκίμασα. Και επίσης… δεν θα με χάλαγε καθόλου ένα καλό σουβλάκι!… Θα το κατάλαβες, δεν είμαι από τα κορίτσια που κάνουν όλη μέρα προσευχή και διαλογισμό!

Επειδή δε σε βλέπω να πετάς τη σκούφια σου για extreme sports, πάμε πρώτα στην κουζίνα να σου δείξω τι ετοιμάζω για μετά το πήδημα – ε, ναι, θα πάμε να πηδήξουμε, δεν το συζητώ! Εδώ κατάφερα να πείσω τη φίλη μου τη Μαρία από τον Πόρο, που είναι το πιο αγύριστο κεφάλι που γνωρίζω, εσένα δεν θα πείσω;

Και μη μου πεις τίποτε δικαιολογίες, πως έχεις υψοφοβία και τέτοια, γιατί κι εμένα, όταν κοιτάζω κάτω από μπαλκόνι σε τρίτο όροφο σφίγγονται τα σωθικά μου. Όμως αγαπημένο μου παιχνίδι όταν ήμουν παιδί ήταν να παίρνω φόρα και να πηδάω από ταράτσα σε ταράτσα. Αλλά αυτό μην δοκιμάσεις ποτέ να το κάνεις χωρίς δίχτυ. Εκτός αν είσαι κι εσύ γεννημένη Cat Woman.

Τι λέγαμε; Για Κόρινθο λέγαμε. Aπό καταβολής τουρισμού, όλα τα πούλμαν που σέβονται το δρομολόγιό τους θα κάνουν συνήθως μια στάση στον Ισθμό για να μπορέσει να φάει ο περαστικός λαός ένα «ιστορικό» σουβλάκι. Όμως, λέω σήμερα να φτιάξω σουβλάκι με τα χεράκια μου. Καλύτερα δεν είναι; Σπιτικό, ζουμερό, με φαντασία αλλά και σε ποικιλία, για όλα τα γούστα:

ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ ΓΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΗΔΗΜΑ

Όταν επιστρέψουμε σπίτι ηρωίδες και ήρωες (μετά από το πήδημα Μπάντζι), θα μας περιμένουν στο ψυγείο λαχταριστά και έτοιμα για ψήσιμο 2 είδη σουβλάκια για κρεατοφάγους και 2 είδη για χορτοφάγους - που σε περίπτωση που δεν έρθει πίσω ζωντανός ο χορτοφάγος, τα τρως εσύ για σαλάτα.

Για… αιμοβόρους Κρεατοφάγους:

Α) Με Χοιρινό Κρέας.
Θα το κόψω σε κύβους. Ανάμεσα θα βάλω κρεμμύδι, πράσινη και κίτρινη πιπεριά. Θα στολίσω τη μύτη της σούβλας με ένα τοματίνι.

Β) Με Φιλέτο Κοτόπουλο.
Θα τυλίξω τις μπουκιές με μπέικον. Ανάμεσα κίτρινη και κόκκινη γλυκιά πιπεριά. Θα βάλω για «καπέλο» μια φουντίτσα μπρόκολο.

Για τους… αγνούς Vegetarian:

Γ) Με Μανιτάρια γεμιστά με Τυρί και Μπρόκολο.
Θα βγάλω το κοτσάνι από τα μανιτάρια και θα γεμίσω το κενό με γραβιέρα Νάξου. Καθώς θα τα περνάω στη σούβλα θα τα ενώσω δυό-δυό ώστε να εγκλωβιστεί μέσα τους το τυρί.

Μπορείς να βάλεις οποιοδήποτε κίτρινο τυρί αλλά πρέπει να είναι σκληρό. Διαφορετικά, μόλις αρχίσει να ψήνεται θα σηκωθεί να φύγει και μετά άντε να το μαζέψεις.
Θα αγκαλιάσω κάθε ζεύγος μανιταριών με κρεμμύδι για περισσότερη προστασία. Ανάμεσα φουντίτσες μπρόκολο και πορτοκαλί πιπεριά. Θα στολίσω την κορυφή της σούβλας με ένα τοματίνι.

Δ) Με Κολοκυθάκια και Τοματίνια.
Ανάμεσα θα βάλω κρεμμύδι και κίτρινη πιπεριά

Να σου πω την αλήθεια, το σουβλάκι με τα μανιτάρια μου φαίνεται πως είναι το πιο νόστιμο από όλα. Ακόμα θυμάμαι τη γεύση του από την τελευταία φορά.

Νά τι θα ψήσουμε λοιπόν σήμερα στις ωραίες μας μεταλλικές σούβλες. Στο γκρίλ του φούρνου και με αέρα, γιατί δεν έχουμε BBQ με κάρβουνα.

Προτού τα βάλω να ψηθούν, θα τα χαϊδέψω με αλάτι, μαύρο πιπέρι και πάπρικα. Θα χτυπήσω λίγο ελαιόλαδο με 1 γεμάτη κουταλιά μουστάρδα και χυμό από 1 λεμόνι και θα τα περιλούσω. 

Θα τα αρωματίσω με δενδρολίβανο ή αλισμαρί ή αρισμαρί ή Rosemary όπως το λένε σε άλλες χώρες. Ρίγανη θα τους ρίξω όταν θα τα σερβίρω, γιατί ωμή είναι καλύτερη. Μόλις ψηθούν από τη μια πλευρά, όταν θα τα γυρίσω να ψηθούν κι από την άλλη, θα τα βρέξω με το ζουμί που θα έχει μαζευτεί στο ταψί.

ΣΑΛΤΣΑ ΓΙΑ ΤΑ ΣΟΥΒΛΑΚΙΑ

Θα βάλω το ζουμί που έμεινε σε ένα τηγανάκι σε δυνατή φωτιά. Θα προσθέσω 1 κουταλιά μουστάρδα και θα ανακατεύω συνεχώς. Σε 3 λεπτά θα έχει γίνει σάλτσα. Όποιος θέλει μπορεί να τη βάλει στο σουβλάκι του αντί για λεμόνι. 

Αλλά ταιριάζει και με τη ζεστή σαλάτα με βραστό μπρόκολο και κολοκυθάκια με την οποία θα συνοδεύσω τα σουβλάκια. Τα σερβίρω πάνω σε λαδόκολλα σε μεταλλικό δίσκο. Αν τρώμε όλοι απ’ όλα τα ψήνω μαζί και τα σερβίρω μαζί. Αλλιώς βάζω χωριστά τα χορτοφαγικά.

Αν το σκέφτεσαι ακόμα, κάτσε λίγο να σου πω τι φανταστική εμπειρία είναι το Bungy (ή αλλιώς Bungee), τουλάχιστον όπως το βίωσα εγώ και μπορεί να αλλάξεις γνώμη. Πήγα δυο φορές. Την πρώτη με τον άντρα μου (χρειαζόμουν και φωτογράφο αλλιώς τώρα δεν θα με πίστευες).

Τη δεύτερη, μιάς και μου καλάρεσε η πρώτη, παρέσυρα στον γκρεμό και τη Μαρία, την Ποριώτισσα που σου έλεγα. Τους φίλους μου τους ταλαιπωρώ – με την καλή έννοια πάντα... Επειδή τους αγαπώ, άμα πετύχω κάτι καλό θέλω αμέσως να το μοιραστώ.

Την ώρα που οι τεχνικοί με δένανε σαν το γομάρι και τραβούσαν με δύναμη τα «γκέμια» μου για να δουν αν βαστάνε καλά - ήμουνα κι εκατό κιλά τότε το 2007, γι’ αυτό με κρέμασαν με σχοινί για… αγελάδα – για μια στιγμή αναλογίστηκα… «Αν σπάσει, θα πεθάνω, τώρα, σήμερα, σε ένα λεπτό»

Αναρωτήθηκα τότε στα γρήγορα αν έχω ολοκληρώσει το έργο μου πάνω σε αυτόν τον πλανήτη… «Όχι, not yet baby», ήρθε η έσωθεν απάντηση. Οπότε λέω κι εγώ «χαλαρά… αφού δεν ολοκλήρωσα, δεν μπορεί, το σύμπαν δεν θα επιτρέψει τόσο ταλέντο να χαθεί…». Σωστά δεν σκέφτηκα;

Την κρίσιμη εκείνη ώρα, την ώρα που κοιτούσα κάτω να χάσκει εκατοντάδες μέτρα χάος - και να μην έχεις να πιαστείς από πουθενά στην ανάγκη, ούτε μια τόση δα χειρολαβή και να λες… «Ιδού ο Ισθμός, ιδού και το πήδημα» - οι παρακάτω σκέψεις διέσχισαν το απερίσκεπτο κεφάλι μου:

1. Θα το κάνω! (ο ήρωας εντός μου)
2. Τι πάω να κάνω; (η φωνή της λογικής – τώρα βρήκε να εμφανιστεί!)
3. Αυτό είναι, πρέπει να πηδήξουμε! (πληθυντικός, εσύ και ο εαυτός σου, επειδή άμα είμαστε δύο, παίρνεις κουράγιο)
4. Θα γίνω πουλί… (ο ποιητικός οίστρος)


Σκέψεις ήτανε. Ήρθανε, χορέψανε, φύγανε. Όπως κάνουν όλες οι σκέψεις. 

Έπειτα άκουσα να μου φωνάζουν δυνατά «5-4-3-2-1.. Go. Και μετά… είπα από μέσα μου ένα μάντρα και πήδηξα!

 Αλλά, γιά φαντάσου! Ακόμα και μέσα στο κλάσμα του δευτερολέπτου που διαρκεί αυτό το πήδημα, ακόμα και εκεί, βρήκαν χώρο οι σκέψεις και τσουπ! Εμφανίστηκαν!

5. Το κάνω! (ενθουσιώδης αλλά και έντρομη διαπίστωση)
6. Αααααα! (αυτό δεν είναι σκέψη, είναι εσωτερικό επιφώνημα – εσωτερικό λέγοντας εννοώ πως δεν ούρλιαξα σαν την παλαβή όπως κάνουν οι περισσότεροι πέφτοντας - εμείς στο Ηπειρώτικο σόι μας έχουμε και αξιοπρέπεια)
7. Είμαι πουλίιιιιιιιιι! (…και είμαι καλά!)
8. Πετάω. (επιστημονική παρατήρηση)
9. Τι είναι τούτο ρε παιδιά; (ερώτηση εντελώς Νεάντερταλ αυτή, γιατί τι ήθελες να είναι, κατακόρυφη πτώση είναι, αυτό είναι!)

Μετά από τα δύο ατελείωτα δευτερόλεπτα που κράτησε η φτερωτή μου κάθοδος προς το μπλε και το τρομερό βουητό στ’ αυτιά μου καθώς η κορμάρα μου έσχιζε τον αέρα στα δυό (ποιός είπε πως στον ουρανό έχει ησυχία;) άρχισε ένα άλλο πράμα. Κούνια-μπέλα. Ωωωωπ! Προς τη μια μεριά. Ωωωωπ! Προς την άλλη. Και πέρα δώθε. Όλο αυτό με τη μούρη κάτω. Σου έρχεται το αίμα στο κεφάλι… Μούγκρισα ένα «Ωχ!».

Τότε είναι η στιγμή που ακούς φωνές. Όχι από εκείνες που νομίζεις… Είναι τα παλικάρια του Zulubungy που κρατάνε τη ζωή σου στα χέρια τους. Σου φωνάζουν να τραβήξεις το εξάρτημα που θα σε γυρίσει ανάποδα, δηλαδή ξανά με το κεφάλι προς τα πάνω. Το κάνεις κι αυτό. Μπορείς να κάμεις κι αλλιώς; Δεν είναι ώρα για αντιρρήσεις.

Από εδώ και πέρα όμως είναι που άρχισε το όνειρο… το όραμα. Ξαφνικά, κοιτάζω γύρω και βλέπω τον κόσμο με άλλο μάτι.

ΟΜ! Όλα λουσμένα σε ένα απόκοσμο, γλυκό, γαλακτερό και μαλακό λευκό φως. Οι απόκρημνες πλαγιές του καναλιού… όοομορφες!... Διακρίνω σχέδια φτιαγμένα από τη φύση σαν αγαλματίδια, σαν κτερίσματα. Βλέπω κάτω τα νερά του Ισθμού. Είναι μπλε. Μα όχι απλώς μπλε. Είναι μπλε με… όλη τους την καρδιά. Όλες οι αποχρώσεις του θαλασσινού φάσματος. Κοιτάζω αριστερά. Βλέπω την έξοδο προς τη θάλασσα. Κοιτάζω δεξιά. Βλέπω την έξοδο προς την άλλη θάλασσα.

Α! Θέλω να μιλήσω, κάτι να πω, κάπως να εκφραστώ, μα τώρα εδώ που είμαι δεν έχει κανένα απολύτως νόημα. Άλλωστε ποιός θα με ακούσει; Ούτε κάν ο ίδιος μου εαυτός. Έχει πλήρως διαλυθεί σε «αυτό που είναι τώρα εδώ». Άλλωστε ο ήχος που επικρατεί είναι μια δονούμενη σιωπή. Ακούω το αεράκι έξω και το αίμα που κυλάει μέσα στο κεφάλι μου. Μια σκέψη, που δεν είναι ακριβώς σκέψη, πιο πολύ αρχαίο τραγούδι θα έλεγα, αναδύεται από το μέσα-μέσα-μέσα μου:… «ΩΡΑΙΑ-ΑΑΑ…».

ΧΟΥΝΓΚ! Είμαι και δεν είμαι. «Είμαι», γιατί νοιώθω το βάρος του σώματός μου να αιωρείται με την ταλάντωση όλο και πιο αργά, όλο και πιο απαλά. «Δεν είμαι», γιατί ότι όλα όσα βλέπω, όσα ακούω, νιώθω και εμφανίζονται είτε ως ύλη είτε με τη μορφή σκέψεων, δεν συνδέονται με κάποιο «εγώ». Ούτε αυτά που εμφανίζονται είναι κάτι «άλλο», διαφορετικό από «εμένα».

Αυτός που βιώνει και παρατηρεί και που αυτοπροσδιορίζεται ως «εγώ», εκείνο που βιώνεται ως αντικείμενο της αντίληψης του «εγώ» καθώς και η ίδια η παρατήρηση, το ίδιο το βίωμα, όλα είναι «ένα». Στο νου μου έρχονται τώρα παραφρασμένα αυτά τα μυστηριώδη – για όποιον δεν το έχει βιώσει  - λόγια του Σιντάρτα Σακυαμούνι, του Βούδα. Κι αυτό είναι ό,τι πιο σχετικό μπορώ να πω για να εξηγήσω την εμπειρία σε κάποιον που θα με ρωτήσει «πώς ένιωσες στο Bungy Βέβαια, εξίσου περιγραφικό θα ήταν και το άλλο το γνωστό και ελληνικότατο… «Είδα τον Χριστό φαντάρο».

Ένα απρόσμενο ταρακούνημα με βγάζει από τη Νιρβάνα μου. Είναι αυτοί οι τύποι από την εξέδρα. Οι τροχαλίες παίρνουν μπρος και το μοσχάρι ανέρχεται. Οπότε, επανέρχονται δριμύτερες και οι πεζές σκέψεις:

10. Τι τραβάτε από τώρα μωρέ; Αφήστε με λίγο ακόμα!

Μόλις πατήσεις το ποδάρι σου ξανά στη μεταλλική «στεριά» σε περιλαμβάνουν τα παλικάρια να σε λύσουν. Σου λένε μπράβο, εύγε και τα λοιπά. 

Ο άντρας σου ξαναβρίσκει το κανονικό χρώμα του και σαν να δείχνει πολύ χαρούμενος που σε βλέπει. Εσύ όμως είσαι ακόμα στο «αλλού»:

11. Δηλαδή… Το έκανα… Φοβερόοοο!

Κάτι σου λένε, κάτι σε ρωτάνε. Εσύ:

12. Μη μου μιλάς, το ζω ακόμα.

Επιμένουν, θέλουν να μάθουν τις εντυπώσεις σου. Εσύ, από μέσα σου:

13. Βρε, λέγε ότι θες. Αλλά άσε με να το χαρώ.

Καταλαβαίνουν πως ενοχλούν και σ’ αφήνουν λίγο ακόμα στον κόσμο σου:

14. Υπέροχο!... Ευτυχίιιια!

Βλέμμα χαζοχαρούμενο, τεράστιο χαμόγελο, μάτια δακρυσμένα. Μόλις περάσει κι αυτή η φάση βρίσκεις – ή μάλλον σε ξαναβρίσκει ο συνηθισμένος σου εαυτός κι αρχίζει τα δικά του:

15. Είμαι φοβερήηηη!... Είμαι τρελήηηη!... Όλα τα μπορώ!... Τώρα μπορώ να πάω και για ελεύθερη πτώση με αλεξίπτωτο… Φύγαμε!»

Αλαζονεία, παιδί μου, καβαλημένο καλάμι, τι να πεις. Αλλά δεν φταίω εγώ, θα φταίει η αδρεναλίνη… Προς το παρόν πάμε πίσω στο σπίτι να ψήσουμε και να φάμε τα ωραιότατα χειροποίητα σουβλάκια!

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Αν δεν θέλεις να έρθεις μαζί μου σήμερα να πηδήξεις γιατί φοβάσαι μην πεθάνεις, θυμίσου πως αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Όλοι μια μέρα θα πεθάνουμε. Αλλά, μέχρι τότε μπορούμε να ζήσουμε πολλά, ενδιαφέροντα και συναρπαστικά. Όπως το να δούμε το αληθινό μας πρόσωπο στον καθρέφτη… Με οποιονδήποτε τρόπο.




* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!

Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

ΜΟΥΣΛΟΠΙΤΑ ΚΑΙ ΑΡΙΒΕΝΤΕΡΤΣΙ

ΜΟΥΣΛΟΠΙΤΑ ΚΑΙ ΑΡΙΒΕΝΤΕΡΤΣΙ

(όλα τελειώνουν κάποτε)

Ε, ναι, λοιπόν, τέρμα για φέτος. Το πλοίο θα σαλπάρει και μαζί του θα μας πάρει. Καιρός ήταν. Είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν οι Αθηναίοι φίλοι. Ακόμα Σαντορίνη είστε; Κι εμείς εδώ, υποφέρουμε παλιογαϊδούρια, και τα λοιπά…
Η Μουσλόπιτα είναι η καινούρια μου «δημιουργία». Προφανώς θα υπάρχει κάτι παρόμοιο στο σύμπαν της ζαχαροπλαστικής, αφού όλα έχουν γίνει και όλα έχουν ειπωθεί. Παρόλ’ αυτά, έλα να σου πω πως την έκανα γιατί, αυτό το πείραμα, μου πέτυχε νομίζω.

Λέω «πείραμα» επειδή πριν μέρες ήθελα να κάνω κάτι να κεράσω τη φιλενάδα μου τη Ρούλα που δεν τρώει τα περισσότερα γαλακτοκομικά και προτιμάει ότι είναι χωρίς λακτόζη. Έφτιαξα λοιπόν αυτό το γλυκό και αντικατέστησα το γάλα με πορτοκαλάδα.

Είναι πολύ ωραίο για πρωινό. 

Ειδικά τη δεύτερη μέρα που έχουν αναδυθεί όλα τα αρώματά του και έχει «δέσει» η γεύση του. Τρίτη μέρα δε νομίζω να αξιωθεί να δει. 

Προσωπικά, επέστρεφα κάθε τόσο για άλλη μια μπουκιά… και άλλη μια και μετά από λίγο… μην το είδατε! Ο καημένος ο Γιώργος πρόφτασε να δοκιμάσει κι αυτός ένα κομμάτι. Πάλι καλά. Έτσι κι αλλιώς την τρίτη μέρα δεν είναι και τόσο καλό πια. Να τη θυμάσαι αυτή τη δικαιολογία, είναι πολύ βολική. Να ξέρεις τι θα λες στην απολογία σου όταν θα σε ρωτήσουν γιατί το έφαγες όλο...
Εκείνη τη μέρα είχα όρεξη για περιπέτειες. Είπα λοιπόν να δοκιμάσω την τύχη μου. Άνοιξα το ντουλάπι μου και έψαξα να βρω τι υπάρχει ακόμα μέσα που να τρώγεται καθώς εν όψει της επιστροφής στο Κλεινόν Άστυ δεν ψωνίζουμε. Βρήκα τα παρακάτω ενδιαφέροντα που ευτυχώς δεν ήταν ληγμένα:

ΜΟΥΣΛΟΠΙΤΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΛΙΖ
(υλικά για 6 μερίδες)

2 κούπες έτοιμο μούσλι (muesli) ανάμικτο
½ κούπα τριμμένο ινδοκάρυδο
2 αυγά
1 κούπα φρεσκοστυμμένη πορτοκαλάδα
½ κούπα ηλιέλαιο
½ κούπα καστανή ζάχαρη
½ κ. γλυκού τζίντζερ τριμμένο
½ κ. γλυκού κανέλλα τριμμένη
½ κ. γλυκού ξύσμα πορτοκαλιού (μόνο εφόσον είναι ακέρωτο)

Εναλλακτικά φτιάχνεις το μούσλι εσύ με 30% αποξηραμένα φρούτα, όπως σταφίδες, μπανάνα, βερίκοκο, χουρμάδες και ξηρούς καρπούς π.χ. φουντούκια. Το υπόλοιπο 70% είναι μίγμα από σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη, βρώμη, ηλιόσπορο και ότι άλλο σου αρέσει. Για τις δόσεις χρησιμοποίησα μεγάλες κούπες. Πεινάει ο κόσμος!




ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Μουσκεύω πρώτα το μούσλι στην πορτοκαλάδα για περίπου 30 λεπτά, να μαλακώσει λίγο. Λαδώνω ένα μικρό ταψάκι και το πασπαλίζω με ινδοκάρυδο (όπως κάνουμε συνήθως με το αλεύρι όταν φτιάχνουμε κέικ). 

Το ταψάκι που χρησιμοποίησα ήταν τετράγωνο 24 εκατοστών. Μου αρέσει να είναι τετράγωνα τα κομμάτια.

Δεν χρησιμοποιώ μίξερ. Χτυπάω με το χέρι τα αυγά με τη ζάχαρη. Προσθέτω το ηλιέλαιο και ανακατεύω. 

Ρίχνω και το μούσλι με την πορτοκαλάδα. Προσθέτω το υπόλοιπο ινδοκάρυδο, το τζίντζερ και την κανέλα. 


Ψήνω σε προθερμασμένο φούρνο σε μέτρια θερμοκρασία για περίπου 45 λεπτά με 1 ώρα.
  
Όταν κρυώσει το αναποδογυρίζω σε μια πιατέλα. Δεν τρώγεται ζεστό. Περίμενε λίγο να κρυώσει.




Αυτό ήταν λοιπόν το τελευταίο μου παρασκεύασμα για φέτος στα ιερά χώματα – ή μάλλον, πιο σωστά, στην ιερή τέφρα και λάβα της Σαντορίνης.

Όμως πριν φύγω, έφτιαξα ένα ακόμα «γλυκό». 

Δώρο για τα γενέθλια της αγαπημένης μου Ρούλας Δρόσου, ένα «χειροποίητο» διαφημιστικό βίντεο για το υπέροχο Κατάστημα που έχει στο Εμπορείο της Σαντορίνης μαζί με τον άντρα της τον Μάρκο. 

Άλλοι – οι κανονικοί άνθρωποι - όταν γιορτάζουν οι φίλοι τους πάνε να τους ψωνίσουν κάτι στα μαγαζιά. 

Εμένα, έβρασε το κομπιούτερ μου με τα High Definition, έβρασαν και τα μυαλά μου (αυτά που έχω τέλος πάντων), έβρασε και ο άντρας μου στο ζουμί του έτσι που τον εγκατέλειψα δέκα μέρες για να… «καλλιτεχνίσω», γιατί κείμενο, φωνή, σκηνοθεσία, κάμερα, μοντάζ, σπέσιαλ εφφέ (είχαμε και τέτοια)… εεε, ποιός άλλος;… Η θεία Μαριλίζ!

Αλλά, το ευχαριστήθηκα! Στο μαγαζί αυτό μπαίνεις μέσα και δεν θέλεις να βγεις. Από τη μια τα υπέροχα λευκά είδη και οτιδήποτε χρήσιμο μπορείς να φανταστείς για το σπίτι σου ή την επιχείρησή σου. Όλα προσεχτικά διαλεγμένα ένα-ένα με μεράκι από τις καλύτερες εταιρίες, μερικά μάλιστα τα εισάγουν απευθείας οι ίδιοι. 

Κι από την άλλη, το χαμόγελό τους, η αγκαλιά τους, να σε υποδέχονται πάντα γεμάτοι αγάπη. Ακόμα και φίλοι από την Αθήνα ψωνίζουν από εκεί. Για την ποιότητα και για την ποικιλία. Το μαγαζί τους έχει «τα πάντα-όλα»!

Χρόνια σου πολλά Ρούλα μου. «Αφιερωμένο εξαιρετικά», όπως έλεγαν παλιά στις ραδιοφωνικές εκπομπές, ήταν αυτό το «μαγείρεμά» μου.


Καλή αντάμωση!

Με αγάπη,
Η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Μουσλόπιτα: η συνηθισμένη μου συνταγή για 1 ταψάκι 25 εκατοστών περιέχει:

3 φλιτζάνια μούσλι με ξηρούς καρπούς και αποξηραμένα φρούτα, 1 φλιτζάνι γάλα, 3 αυγά, 1 φλιτζάνι καστανή ζάχαρη, 1 φλιτζάνι ινδοκάρυδο, χυμό και ξύσμα από ½ πορτοκάλι, 1 ροδέλα ανανά ψιλοκομμένη, 1 κοφτό κ. γλυκού κανέλα, λίγο τριμμένο γαρίφαλο, 1 κοφτό κ. γλυκού τζίντζερ.

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2013

ΜΥΡΙΣΕ ΜΑΡΑΘΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ

ΜΥΡΙΣΕ ΜΑΡΑΘΟΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ

(τιμή στο πιάτο της γειτόνισσας)

Έλα, πέρνα μέσα. Να κλείσουμε και την πόρτα. Είχαμε καλομάθει με το καλοκαιράκι. Έπιασε κρύο απότομα και το κρύο θέλει κατσαρόλα για να ζεσταθεί το κοκαλάκι μας!
Πατάτες γιαχνί, φαντάζομαι θα ξέρεις να φτιάχνεις. Και κοτόπουλο κοκκινιστό. Τα δυό τους όμως παρέα, μαζί με μάραθο τά ‘χεις δοκιμάσει; Είναι κάτι διαφορετικό.

Σού ‘χω μιλήσει για το πρώτο σπίτι που ζούσαμε με τον άντρα μου; Σε εκείνη την Πολυκατοικία γινόταν πάντα κάτι ασυνήθιστο. Είχαμε γίνει ένα αλλόκοτο «σόι». Μέρα και νύχτα, πόρτες ανοίγανε και κλείνανε στα διαμερίσματα, τσίκι-τσίκι οι παντοφλίτσες στα σκαλοπάτια, τσάκα-τσάκα στο φλιτζάνι τα καφεδάκια, μπίρι-μπίρι το κουτσομπολιό. Καλά, η… «κοινωνική κριτική», να το πούμε πιο γλυκά. Και μη μου πεις πως εσύ δεν κάνεις ποτέ.

Με τα χρόνια, δεκαέξι μείναμε εκεί συνολικά, είχαμε μάθει ο ένας τα χούγια του άλλου κι όλα τα μυστικά. Κανονική οικογένεια. Όσοι το έβλεπαν μας ζήλευαν. Και τελικά – όπως θά ‘λεγε μια γειτόνισσα – μάλλον μας «μάτιασαν»...

Δεν περνούσε γιορτή, ονομαστική ή Εθνική, τριήμερα, 28η Οκτωβρίου, 25η Μαρτίου, Καθαρά Δευτέρα, Πάσχα, Χριστούγεννα… πάντα μαζί! Ανοίγαμε τις τάβλες και στρώναμε ένα μεγάλο τραπέζι, καμιά φορά και δυό, άμα δεν χωρούσαμε όλοι στο ίδιο άντρες, γυναίκες και παιδιά. Γέλια, πειράγματα, ανέκδοτα, αστειάκια, μαντινάδες…

Συχνά ήταν ρεφενέ. Κάτι έφερνε ο ένας, κάτι ο άλλος, κρασιά, καλούδια, λιχουδιές. Βέβαια, η οικοδέσποινα ζούσε ύστερα ένα μικρό δράμα. Σαλόνι-τραπεζαρία, σαν πεδίο μάχης. Αυτό λάχαινε στις «τυχερές» νοικοκυρές, εκείνες με τα μεγάλα διαμερίσματα. Γιατί όσοι μέναμε στα μικρά, στα 60άρια τετραγωνικά, τη βγάζαμε καθαρή. Εμείς, τα λαμόγια, το ταπεράκι μας και σπίτι μας για νάνι.

Η παράξενη αυτή «οικογένειά» μας είχε και τα δικά της έθιμα. Αγαπημένο «σπορ» των ανδρών ήταν… ο καυγάς. Για πολιτικούς λόγους εννοείται. Φαντάσου, δες εικόνα: καθισμένοι για 4 ώρες στο ίδιο τραπέζι, να τρώνε και να πίνουν μέχρι τελικής πτώσεως, η ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΣ (νυν ΣΥΡΙΖΑ, επεξήγηση για τους νεότερους), και θα με καταλάβεις… Ήταν τον καιρό που οι άνθρωποι πίστευαν ακόμα πως η ηγεσία των δύο μεγάλων κομμάτων, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, θα μπορούσε να φέρει στην πολύπαθη χώρα την Άνοιξη. Περίοδος 1990-2000, η εποχή της χλιδής, της αφθονίας, της σπατάλης, της απερισκεψίας και μιας παρατεταμένης εφηβείας και αθωότητας… Ε, ρε γλέντια!

Και στο μπαλκόνι ο Κρητικός, να ‘χει έρθει στο κέφι και να ρίχνει με το κυνηγετικό μπαλωθιές! Κι ο μαύρος γάτος, ο στειρωμένος, να προσπαθεί να κρυφτεί κάτω από τον καναπέ, να βρίσκει η κοιλιά του και να μην μπορεί να χωθεί.

Κάθε φορά καυγάδιζαν με το ίδιο ακριβώς ρεπερτόριο. Κανονική παράσταση αλλά – πάλι καλά - με δωρεάν είσοδο. Σα να έβαζαν κασέτα. Ήξερες απ’ έξω όλες τις ατάκες τους και ποιο θα είναι το τέλος του «έργου» από την αρχή.
Το χόμπι των γυναικών ήταν κάτι σαν διαγωνισμός μαγειρικής. Έπεφτε όλη την εβδομάδα σοβαρή μελέτη. Τσελεμεντέδες από τη βιβλιοθήκη, περιοδικά μαγειρικής από το περίπτερο, συμβουλές από διάσημες τηλεμαγείρισσες και μάγειρες της εποχής – βλέπε Βέφα και Μαμαλάκης - και μετά βουρ στην κουζίνα. Άναβαν φωτιές, μίξερ, τηγάνια, κατσαρόλια χοροπηδούσαν και βγαίναν «θαύματα» για να εντυπωσιάσει η μία την άλλη.

Μα όλο αυτό το πανηγύρι δεν ήταν μόνο για επίδειξη. Υπήρχε αληθινή αγάπη. Με τον καιρό «δέσαμε». Σαν την σάλτσα στο σημερινό φαγητό. Αρχικά, τα υλικά είναι ξεκάθαρα διαφορετικά. Δες όμως, με την επέμβαση της θερμότητας, τι ωραία που λιώνει το ένα, τι ωραία που λιώνει και το άλλο και γίνονται ένα.

Προτού γίνει το «έλα να δεις» και χωριστούνε τα τσανάκια μας και πέσει «αυλαία» και κλειστεί πάλι ο καθένας σπίτι του, προηγήθηκαν στιγμές και επεισόδια και γεγονότα που, στο φινάλε, λες «άξιζε τον κόπο!»

Λαχταρούσε η καρδιά σου εκδρομούλα – ορίστε το κλειδί για το εξοχικό μου και σαν στο σπίτι σου! Χρειαζόταν κάποιος να πάει αξημέρωτα στο Αεροδρόμιο – να ‘τος στην πόρτα σου ο «σοφέρ»! Ήταν Σάββατο κι είχες ξεμείνει από μετρητά – το πορτοφολάκι της γειτόνισσας ήταν πάντοτε ανοιχτό. Ήθελε επειγόντως κάποιος αίμα για την εγχείρηση της μάνας του – δεν πρόφταινε να το ξεστομίσει, και να οι φιάλες! (Πανελλήνια Εβδομάδα Αιμοδοσίας ήταν αυτή που πέρασε, γι’ αυτό το θυμήθηκα).

Ήθελες να λείψεις βράδυ κι έπρεπε να κάνει ο γάτος ένεση – φύγε εσύ και μην ανησυχείς, εγώ είμαι εδώ! Έλειπες καλοκαίρι – η cat-sitter (κατά το μπειμπισίτερ) να σου ποτίζει γλάστρες και να σου φροντίζει γάτες καλύτερα κι από σένα. (Ήταν προχθές του Αγίου Φραγκίσκου, Γιορτή των Ζώων, γι’ αυτό θυμήθηκα τις γάτες).

Έφυγε ο άντρας σου πρωί και σε κλείδωσε μέσα αφηρημένος, είχες κι εσύ ξεχάσει τα κλειδιά σου κάτω στο αυτοκίνητο – τσουπ, πηδούσες στο μπαλκόνι της διπλανής κι έβγαινες από το διαμέρισμά της «κυρία» να πας κι εσύ στη δουλειά σου…

Έπιανε φωτιά ένα διαμέρισμα – όλοι να τρέχουμε με κουβάδες νερό και να φωνάζουμε, σαν σε παλιά ελληνική ταινία, μέχρι να έρθει η Πυροσβεστική και να μας βρίσει όλους μαζί γιατί θα βάζαμε φωτιά στο Χαλάνδρι. Και μια πλημμύρα αξιωθήκαμε. Καταρράκτες να κατρακυλούν τα νερά από τον Τέταρτο. Κι εμείς, άντε πάλι με τους κουβάδες και με σκούπες να χοροπηδάμε. Ήρθε μια μέρα και εκείνος ο μεγάλος σεισμός… Τι ωραία που ήτανε!... Φοβερή πολυκατοικία!

Αλλά!… Όλα τα ωραία τελειώνουν κάποτε. Παροδικότητα και αιτιότητα και δε συμμαζεύεται… Μα, πες μου, είναι λογικό να βάζεις τον κομματικό φανατισμό πάνω από την ανθρώπινη φιλία; Είναι δυνατόν να προσβάλεις και να υποτιμάς, για χάρη του Πρωθυπουργού, έναν άνθρωπο που σου άνοιξε το σπίτι του και σε δέχτηκε για χρόνια δίπλα του, στο τραπέζι του, σαν αδελφό του; Που μοιράστηκε μαζί σου ό,τι πλούσιο ή φτωχικό μπορεί να είχε; Που άδειαζε τη μπουκάλα το κρασί στο ποτήρι σου να πιεις εσύ την τελευταία σταγόνα… Που σου έδινε το πρώτο φιλί μόλις άλλαζε ο χρόνος την Πρωτοχρονιά; Είναι δυνατό;…

Είναι. Έτσι απλά διαλύθηκε η αδελφοσύνη δεκαπέντε ετών ανάμεσα σε τέσσερα διαμερίσματα και τόσους ανθρώπους. Λόγω διαφορών στις πολιτικές πεποιθήσεις. Ξαναμιλήσαμε. Ξαναβρεθήκαμε. Ξανακαθίσαμε μαζί στο ίδιο τραπέζι. Αλλά, το γυαλί άμα ραγίσει… Δεν ήταν ποτέ το ίδιο, όπως τότε. Δεν θα είναι ποτέ το ίδιο ξανά. Μνημόσυνο σ’ εκείνη την ευτυχισμένη περίοδο μου φαίνεται κάνω σήμερα κι αντί για κόλλυβα, σιγομαγειρεύω τούτο το ιδιαίτερο φαί.

Μόλις είδα τον μαραθόσπορο στο ράφι με τα βιολογικά, αμέσως αναδύθηκε στη μνήμη μου η Πολυκατοικία. Θυμήθηκα τον γείτονα από τον Τρίτο, που βγήκε 5 το πρωί να κόψει από τη Ρεματιά μια αγκαλιά μάραθο κι αργότερα ακούστηκε… ΝΤΡΙΝ, το κουδούνι και στην πόρτα μου ξαναμμένη, με την ποδιά της κουζίνας, η γυναίκα του να κρατάει ένα αχνιστό πιάτο. Πατατούλες, κοτοπουλάκι κοκκινιστό και κάτι πράσινο που μου φάνηκε σαν άνηθος.

Πρώτη μου φορά έβλεπα φρέσκο μάραθο. Η μυρωδιά του μου έσπασε τη μύτη, ζαλίστηκα. «Δεν ξέρω αν πέτυχε, μόλις το ‘βγαλα από την κατσαρόλα, πάρε να δοκιμάσεις. Τον μάραθο τον φτιάχνουμε στην Κρήτη», μου είπε.

Ήταν εξαιρετικό. Όχι μόνο για τα ωραία υλικά του αλλά κυρίως για την αγάπη και την χαρά που περιείχε. Με φρέσκο μάραθο το φαγητό αυτό είναι πάντα θεϊκό. Από ένα μάτσο, βάζεις στο φαγητό τις κορφές και τα τρυφερά κοτσανάκια. Αλλά, μιας και δεν είχα φρέσκο τώρα, έκανα μια δική μου παραλλαγή με μαραθόσπορο και βγήκε μια χαρά.

ΠΑΤΑΤΕΣ ΜΕ ΜΑΡΑΘΟΣΠΟΡΟ ΝΤΟΜΑΤΑ ΚΑΙ ΚΟΤΟΠΟΥΛΟ
(για 4 άτομα)

8 μέτριες πατάτες κομμένες κομμάτια
1 γεμάτη κουταλιά σούπας αποξηραμένο μαραθόσπορο
½ ματσάκι ψιλοκομμένο άνηθο
½ ματσάκι ψιλοκομμένο μαιντανό
4 μπουτάκια (κοπανάκια) κοτόπουλο
1 ποτήρι ψιλοκομμένη ώριμη ντομάτα
1 ποτηράκι κόκκινο ξηρό κρασί
1 κρεμμύδι ξερό ψιλοκομμένο, 
1 σκελίδα σκόρδο,
2 φύλλα δάφνη, 1 ξυλαράκι κανέλα, 
5 κόκκους μπαχάρι. Καλό ελαιόλαδο, αλάτι και πιπέρι

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Σοτάρω το κρεμμύδι και το κοτόπουλο για 2 λεπτά σε δυνατή φωτιά. Ρίχνω τις πατάτες. Αλατοπιπερώνω κι ανακατεύω συνεχώς. Σε 2 λεπτά σβήνω με το κρασί. Προσθέτω όλα τα υπόλοιπα υλικά εκτός από τον άνηθο και τον μαϊντανό, που θα μπουν 10 λεπτά πριν το τέλος. Προσθέτω ένα ποτηράκι ζεστό νερό, σκεπάζω. 

Χαμηλώνω τη φωτιά και το αφήνω να σιγοβράσει για 45 λεπτά. Αν χρειαστεί, προσθέτω λίγο νερό για να μην κολλήσει. Ανακατεύω απαλά για να μη λιώσουν οι πατάτες… Να έμενες λίγο πιο κοντά, θα σου έδινα να πάρεις για το σπίτι ένα πιατάκι!

Αχ, φιλενάδα του Δεύτερου, τι ωραία που «γατολογούσαμε» και μελετούσαμε μαζί τα φιλοσοφικά. Αχ, φιλενάδα του Τρίτου, με τα λαχταριστά τραπέζια σου και τη ζεστή σου αγκαλιά. Οι γυναίκες, κρατήσαμε μια σχέση καλή, έστω και από το τηλέφωνο και αραιά τώρα πια. 

Ίσως επειδή δεν τσακωθήκαμε ποτέ για πολιτική. Και σε ατομικό επίπεδο ορισμένοι μπορέσαμε και κρατήσαμε ζωντανή τη φιλία. Όμως οι αυθεντικές μυρωδιές από τις συλλογικές χαρές σ’ εκείνη την Πολυκατοικία, έχουν πια από καιρό χαθεί…
Γιατί στα είπα όλα αυτά, και σου έβγαλα την πίστη μέχρι να σου δώσω μια απλή συνταγή; Κυοφορείται μια ακόμα προεκλογική περίοδος, οπότε νομίζω καταλαβαίνεις γιατί…

με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

ΥΓ. Σήμερα δεν έχει υστερόγραφο. Ότι ήταν να πω, έχει ειπωθεί. Σε περιμένω πάντως να τα ξαναπούμε!

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!