Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

ΜΙΑ ΤΡΕΛΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ [ΜΕΡΟΣ B’] ΚΑΙ ΠΑΤΑΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

ΜΙΑ ΤΡΕΛΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ [ΜΕΡΟΣ B’]
ΚΑΙ ΠΑΤΑΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ


Α! Πολύ καλά έκανες και ήρθες γιατί είμαι έτοιμη να σου διηγηθώ τη συνέχεια της απίστευτης ιστορίας που ξεκίνησα να σου λέω την περασμένη φορά. Αν δεν τη διάβασες, διάβασε τη για να μπεις στο κλίμα, γιατί στη συνέχεια έγιναν ασυνήθιστα περιστατικά!
Επίσης, θέλω να σου θυμίσω πόσο καλή ιδέα είναι να πάρεις την παρέα σου, κι όσο είναι ακόμα καλός ο καιρός, να πας σε μια παραλία να ανάψεις μια φωτιά (την οποία όταν τελειώσεις θα σβήσεις προσεχτικά) και όσο εσύ κολυμπάς, να αφήσεις τις πατάτες σου να σιγοψήνονται στην άμμο!... Δεν υπάρχει καλύτερο!

Πού είχαμε μείνει; Α, ναι! Μόλις βεβαιωθήκαμε πως δεν έχουμε σπάσει κανένα κόκαλο, όταν πέσαμε με τα μούτρα στα βότσαλα στο Λούνα Παρκ, ξαναβρήκαμε το κέφι μας.

«Πάμε όπως είμαστε σε καμιά παραλία για μπάνιο;» ρωτάει ο Μάικ. «Μα… δεν έχουμε μαγιό!» διαμαρτυρήθηκε η Τζίνα. «Δεν πειράζει, σκοτάδια είναι, δε θα φαίνεται τίποτα» της λέει ο Τζόνι. «Θα σου κάνει καλό και στην πληγή, θα φύγουν τα αίματα, το ιώδιο της θάλασσας είναι το καλύτερο φάρμακο!» συμπλήρωσε με ύφος γιατρού ο Μάικ. «Ναι, αλλά η ώρα κοντεύει μία, πρέπει να γυρίσουμε σπίτι, θα ανησυχούν οι δικοί μας» μουρμούρισα...

Όταν η παρέα θέλει κάτι, και είσαι δεκαεννέα, εσύ ακολουθείς. Κι ήμασταν τόσο δεμένοι μεταξύ μας. Επτά κορμιά, μία ψυχή.

Το αμαξάκι μας έφτασε στο Καβούρι. Βγήκε από τη λεωφόρο και πάρκαρε κοντά στην παραλία. Κατεβήκαμε. Αμέσως μας έπιασε η μυρωδιά της θάλασσας. Το αλμυρό αεράκι κόλλησε στο δέρμα και στα μαλλιά μας. Φλιτς-φλατς, τα κύματα έσκαζαν αφρίζοντας στην αμμουδιά. Μας προσκαλούσαν. Μπορεί κανείς να τους αντισταθεί; Τα αστέρια λαμπύριζαν σαν διαμαντάκια στον ουρανό. Η Μικρή και η Μεγάλη Άρκτος μας χαιρετούσαν. Ωωω, τι ρομαντική σκηνή!... «Ώρε και νά’ χαμε τώρα κά’να σουβλάκι πιτόγυρο με απ’ όλα και λύσσαξα απ’ την πείνα!» ακούστηκε η αγριοφωνάρα του Μάικ. «Φαγητό πριν το κολύμπι; Απαγορεύεται!» είπε σοβαρή η Μαίρη. «Ναι, γιατί θα φάμε… μετά;» ειρωνεύτηκε η Τζόυ. «Αυτό δεν το σκεφτήκαμε» είπε ο Τζόνι. «Ααα!» φώναξε ο Μάικ «…Φαΐ έχουμε! Έχω πεταμένη πίσω στο πορτμπαγκάζ μια σακούλα πατάτες για τη σκηνή στο αυριανό γύρισμα!». «Τέλεια! Να ανάψουμε φωτιά για να ζεσταθούμε και μετά να ψήσουμε πατάτες στη θράκα. Αλουμινόχαρτο έχεις;» ρώτησε ο Τζόνι. «Έχω, πώς δεν έχω! Αλουμινόχαρτο δεν έχω; Είδος πρώτης ανάγκης» είπε εκείνος.

Ο Τζίμης, ήταν ερωτευμένος εκείνες τις μέρες και σιωπηλός. Συνήθιζε να συμμετέχει στη συζήτηση με ένα βελούδινο βλέμμα και ένα γλυκό χαμόγελο, όμως στο μάζεμα των ξύλων για τη φωτιά αποδείχτηκε ικανότατος. Όπως ήταν και ψηλός, έφτανε να πιάσει και μερικά κουκουνάρια από τα γύρω δέντρα. Πλύναμε τις πατάτες στο κύμα και τις τυλίξαμε μια-μια σε αλουμινόχαρτο. Σκάψαμε όλοι μαζί ένα λάκκο στην άμμο. Τον επενδύσαμε με πλατιά βότσαλα γύρω-γύρω εσωτερικά, για να μην υποχωρήσουν τα τοιχώματα του αυτοσχέδιου φούρνου και ανάψαμε. Η φωτιά μας φούντωσε και θέριεψε. Όσο εμείς κολυμπούσαμε, ένας έμενε πάντα πίσω φρουρός να ταΐζει τη φωτιά σαν τον Ινδιάνο.

Έχεις μπει νύχτα στη θάλασσα; Μαύρος ο ουρανός, μαύρα και τα νερά και πολύ μα πολύ… μα πάρα πολύ δροσερά! Έχει κάτι τρομαχτικό όλο αυτό. Αν το κάνεις όμως με παρέα, είναι φανταστικά! Παίζαμε με τα νερά, κάναμε πως τάχα θα πνίξει ο ένας τον άλλο. Ήπιαμε πάνω στο παιχνίδι και λίγο θαλασσινό νερό, που μας βγήκε από τη μύτη. Τσακωθήκαμε και λίγο γιατί τα αγόρια προσπαθούσαν να μας βρέξουν τα μαλλιά. Ήταν πολύ ωραία, σου λέω!...

Όσο ήμασταν μέσα στη θάλασσα ήταν καλά, μόλις βγήκαμε έξω… τουρτούρισμα! Χτυπούσαν τα δόντια μας. Τα αγόρια, τζέντλεμεν. Μας έδωσαν τις μπλούζες τους να τις κάνουμε «πετσέτες» να σκουπιστούμε και ντυθήκαμε. Έφερε κι ο Μάικ μια κουβέρτα από το αυτοκίνητο. Ένεκα η ανάγκη, κάναμε πως δεν καταλάβαμε πόσες δεκαετίες είχε να πλυθεί, και καθίσαμε πάνω.

Αγκαλιασμένοι και κουρνιασμένοι γύρω από τη φωτιά, ζεστάθηκε το κοκαλάκι μας. Παραζεστάθηκε μάλιστα. Καίει πολύ η φωτιά από κοντά. Με την κουβέντα και τα αστεία, πέρασαν ώρες. Όταν μιλάνε φίλοι που αγαπιούνται αληθινά, ο χρόνος δεν υπάρχει.

Περασμένες 4 το πρωί θα ήταν όταν βγάλαμε τις πατατούλες μας από τη θράκα. Ευτυχώς που ήταν μικρές και ψήθηκαν. Τότε συνειδητοποιήσαμε πως δεν είχαμε αλάτι. Συμφορά! Μαθημένοι να τρώμε από μια ολόκληρη σακούλα τσιπς στην καθισιά μας, αυτό μας κακοφάνηκε. Γρήγορα όμως το ξεπεράσαμε. Γιατί αυτό που τρώγαμε δεν ήταν ακριβώς «πατάτες στην άμμο». Ήταν πατάτες… με άμμο! Έτσι, με λίγη φαντασία, το κριτς-κριτς στο στόμα μπορούσε να πει κανείς πως ήταν… χοντρό αλάτι.

Σου είπα πως αυτή η νύχτα είχε ασυνήθιστα περιστατικά... Εκεί που τρώγαμε σαν τους Ρονβισόνες, τσουπ!... Κάτι σκούρο ξεπροβάλει από τη θάλασσα. Παγώσε το αίμα μας! Τι είναι πάλι τούτο; Να ξέβρασε η Μεσόγειος κάποιο θαλάσσιο κήτος;

Όχι. Ήταν ένα κύριος με στολή βατραχανθρώπου. Στο ένα χέρι κρατούσε τα βατραχοπέδιλα και στο άλλο μια γεμάτη σακούλα. «Γεια χαρά παιδιά!» είπε. «Έχω πιάσει καραβίδες, αλλά δεν έχω φωτιά. Είστε να συνεταιριστούμε;».

Συνεταιριστήκαμε μια χαρά. Του δώσαμε να φάει την τελευταία πατάτα. Νομίζω κάναμε μια πάρα πολύ καλή συμφωνία. Όχι σαν εκείνον τον φουκαρά που πήγε στο παζάρι με ένα άλογο να το ανταλλάξει και γύρισε σπίτι με ένα καλάθι αυγά – ή κάπως έτσι, δεν θυμάμαι απ’ έξω κι όλες τις ιστορίες!

Πάνω που τρώγαμε κι απολαμβάναμε, ακούμε από την πλευρά που ήταν το δασάκι τσιρίδες και φωνές! Γυρίζουμε, και τι να δούμε!... Μια κοπέλα έντρομη να τρέχει προς το μέρος μας ανεμίζοντας τα χέρια, ουρλιάζοντας «HELP! HELP! HELP!». Πίσω της τρεχάτος ένας πενηντάρης με τα παντελόνια κατεβασμένα. 

Την κυνηγούσε ο άτιμος να την πιάσει! Ο τύπος ήταν τόσο αποφασισμένος και ξαναμμένος, που μόνο όταν η κοπέλα έφτασε κοντά μας στη φωτιά σταμάτησε την καταδίωξη. Σηκωθήκαμε κι εμείς πάνω. Τότε έκανε μεταβολή κι έφυγε από εκεί που ήρθε. Τι είχε γίνει;

Τρέμοντας, κλαίγοντας και σε κατάσταση σοκ, η κοπέλα μας διηγήθηκε πως πήρε ταξί από το Αεροδρόμιο, πως έδωσε στον ταξιτζή μια κάρτα με τα στοιχεία του ξενοδοχείου όπου θα διανυκτέρευε, πως εκείνος στο δρόμο της έκανε καμάκι, κάποια στιγμή έστριψε απότομα προς την παραλία, και τότε εκείνη άρπαξε το σακβουαγιάζ της, πετάχτηκε έξω από το ταξί κι άρχισε να τρέχει…

Όταν ηρέμησε, τη συνοδεύσαμε μέχρι το σημείο που είχε πετάξει το σακβουαγιάζ της. Ευτυχώς, θυμόταν που. Στη συνέχεια, ο Μαικ με τη Τζόυ την πήγαν με το αμάξι  στο ξενοδοχείο της που ήταν κάπου εκεί κοντά στην παραλιακή. Όταν επέστρεψαν, καθίσαμε γύρω από τη σβησμένη φωτιά για λίγο ακόμα σιωπηλοί. Είδαμε και τον ήλιο να ανατέλλει...

Με το φως της μέρας πια, καταλήξαμε ο καθένας σπίτι του. Ο Μάικ, ως επίσημος «ταξιτζής» της παρέας, μάς έκανε έναν-έναν διανομή. Μεγάλη καρδιά ο Μάικ.

Όταν πέρασα το κατώφλι του σπιτιού μου, η ώρα θα ήταν 7 το πρωί. Πίσω από την πόρτα με περίμενε η μάνα μου. Μου άστραψε ένα χαστούκι. Κλασσικός τρόπος με τον οποίο μια μάνα αποδεικνύει την αγάπη και την αγωνία της. Ξαγρύπνησε όλη νύχτα καθώς τον καιρό εκείνο δεν υπήρχαν ακόμα τα κινητά τηλέφωνα. Τον περασμένο αιώνα, τα καλά κορίτσια γύριζαν στο σπίτι τους πριν τα μεσάνυχτα. Είχε τηλεφωνήσει στην αστυνομία και είχε δηλώσει εξαφάνιση. Είχε ξυπνήσει και τις μανάδες των άλλων κοριτσιών και δήλωσαν ομαδική εξαφάνιση κορασίδων.

Μπα! Το χαστούκι εκείνο, ούτε που το ένιωσα. Ήμουν σε βαθιά έκσταση, σε πελάγη ανείπωτης χαράς. Είχα μόλις ζήσει μια από τις πιο συναρπαστικές νύχτες της ζωής μου. «Πού ήσουν;» θυμήθηκε να με ρωτήσει μετά από το χαστούκι. «Έξω…» απάντησα με το βλέμμα να νετάρει στο άπειρο. Ύστερα, πήγα στο ντους. Έριξα πάνω μου κρύο νερό για να ξυπνήσω. Ξαναντύθηκα, πήρα την τσάντα μου κι έφυγα για να πάω στη δουλεία, στο γύρισμα, όπου ήμουν σκριπτ.
Μπορεί να ήμασταν τρελοί, αλλά ήμασταν επαγγελματίες. Στον τόπο του γυρίσματος, πίσω από το Νοσοκομείο Σωτηρία στη Μεσογείων, στις 8 ακριβώς, όπως έλεγε το όρντινο, ξανασυναντηθήκαμε όλοι οι ήρωες που παίζαμε μαζί τη νύχτα στον… τόπο του εγκλήματος. Ανταλλάξαμε πονηρά χαμόγελα, κλεφτά βλέμματα συνωμοσίας, πνιχτά χαχανητά. 

Καθώς είχαμε όλοι μια ποικιλία από μώλωπες και γρατζουνιές και μαύρους κύκλους στα μάτια, ο σκηνοθέτης μας ρώτησε τι στο καλό πάθαμε. Είπαμε ότι χτυπήσαμε πέφτοντας… κατά λάθος… τη νύχτα... σε κάτι βράχια. Μας κοίταξε περίεργα. Γέλασε. «Βρε παλιόπαιδα!» είπε. Μετά σοβάρεψε κι επέμεινε να καθυστερήσει η έναρξη του γυρίσματος. Μας συνόδευσε στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου όπου μας υποχρέωσε να κάνουμε ακτινογραφίες.

Χα! Την ακτινογραφία αυτή τη φύλαξα, την έχω ακόμα. Είναι το πιο ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο που διαθέτω πως το κεφάλι μου... περιέχει μυαλό!

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Κι όμως, όλα αυτά δεν είναι της φαντασίας μου. Συνέβησαν στ’ αλήθεια μια θερμή νύχτα του 1983. Κι αν τυχόν έχασες το πρώτο μέρος αυτής της αληθινής ιστορίας, διάβασε τη στην προηγούμενη ανάρτηση: http://mariliz-ritsardi.blogspot.gr/2014/08/blog-post_24.html

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΣΑΝ SLIDESHOW
=========================================

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

ΜΙΑ ΤΡΕΛΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ [ΜΕΡΟΣ Α’] ΚΑΙ ΒΟΤΚΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

ΜΙΑ ΤΡΕΛΗ ΝΥΧΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑΚΗ [ΜΕΡΟΣ Α’]
ΚΑΙ ΒΟΤΚΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Σου αρέσουν οι περιπέτειες; Εμένα πολύ!
κοκτέιλ σκρουντράιβερ (screwdriver)
Την ημέρα εκείνη, κάναμε γύρισμα από τις 8 το πρωί μέχρι τις 6 το απόγευμα για μια τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ. Το «Γ’ Χριστιανικόν Παρθεναγωγείον». Βέβαια, εμείς τα μέλη του συνεργείου, μόνο Παρθεναγωγείο δεν ήμασταν…

Merrygoround 1910
G Robertson Cuninghame
Δεκαεννέα ετών. «Πάνω στην τρέλα μου, πάνω στην αλητεία», που λέει και το γνωστό άσμα. Κι όπως, πολύ σοφά, επισημαίνει μια ελληνική παροιμία, «δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι». Έτσι! Κι επειδή οι περισσότεροι ήρωες αυτής της νυχτερινής αληθινής ιστορίας που θα σου διηγηθώ είναι πλέον αξιοπρεπείς πενηντάρηδες, με δουλειές και οικογένειες, κι αφού έχουμε πλέον χαθεί από καιρό, αποφάσισα να χρησιμοποιήσω ψευδώνυμα.

Μαζευόμασταν συνήθως μετά τη δουλειά όλη η τρελοπαρέα, δέκα-δώδεκα άτομα, στο σπιτάκι του Τζόνι. Εκείνο το βράδυ ήμασταν μόνο επτά. Όπως ξέρεις, τα νιάτα δεν καταλαβαίνουν από κούραση. Μετά από δεκάωρα γύρισματα σε απάνθρωπες συνθήκες – γιατί ο παραγωγός μας ήταν πολύ… «καλός» άνθρωπος – πάντοτε είχαμε διάθεση για γλέντι.

ΚΟΚΤΕΙΛ ΒΟΤΚΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ ή SCREWDRIVER
(Σκρουντράϊβερ = κατσαβίδι. Θα δεις που κολλάει αυτό λίγο παρακάτω.)

Παίρνεις ένα ψηλό ποτήρι. Βάζεις μέσα 1 γερή δόση βότκα και 2-3 παγάκια. Συμπληρώνεις με χυμό πορτοκάλι (καλύτερα να στύψεις φρέσκο). Στολίζεις με μια φέτα πορτοκάλι ή λεμόνι. Βάζεις και 1-2 καλαμάκια χρωματιστά και το πίνεις… Σιγά-σιγά. Γιατί, όσο αθώο κι αν δείχνει στο μάτι, το κοκτέιλ αυτό είναι δυναμίτης και βαράει! Μόλις σηκωθείς θα το καταλάβεις.

Εκεί που πίναμε τα σπιτικά κοκτέιλ βότκα πορτοκάλι ξεροσφύρι, σαν νεράκι, κι είχαμε έρθει στο τσακίρ κέφι… «Πάμε Λούνα Παρκ;» πέφτει μια πρόταση από κάποιον. «Αμέ!» πεταχτήκαμε όλοι.

Το τεράστιο Λούνα Παρκ στην παραλιακή λεωφόρο ήταν το «must» της εποχής. Ήμασταν επτά νοματαίοι από 19 ως 29 ετών και διαθέταμε ένα Pony. Όχι άλογο. Το άλλο, εκείνο το συμπαθητικό τετράγωνο αυτοκινητάκι με την καρότσα και τον μουσαμά γύρω-γύρω. Που τον χειμώνα έμπαζε μπούζι κρύο παγωνιά κι ήθελες σκούφο, κασκόλ, γάντια και μπουφάν. Τώρα ήταν καλοκαιρία, οπότε πρόβλημα ουδέν. Χωράνε όμως επτά άτομα σε ένα αυτοκίνητο; Αυτό είναι μαθηματικό πρόβλημα!

Ιδιοκτήτης της «κούρσας» ήταν ο Μάικ, που στον ελεύθερο χρόνο του δούλευε ταξί. Αφού ήταν ο σοφέρ, στρώθηκε μπροστά αριστερά στο τιμόνι. Μπροστά δεξιά η Μαίρη και πάνω στα γόνατα της η Τζόυ που ήταν μικροκαμωμένη. Πίσω αριστερά ο Τζίμης, που το κεφάλι του έβρισκε πάντα στην οροφή. Στη μέση στριμώχτηκε η αφεντιά μου και δεξιά μου ο Τζόνι. Σύνολο έξι. Περίσσεψε απέξω ένα άτομο. Η Τζίνα. Αλλά «όλοι οι καλοί χωράνε». Χώσαμε λοιπόν τη Τζίνα στο πίσω κάθισμα. Ξαπλώθηκε ανάσκελα κατά μήκος πάνω στα γόνατά μας. Θα τη βάζαμε στο πορτμπαγκάζ, αλλά δεν είχε χώρο. Είχε αραδιασμένα διάφορα πράγματα. Το φροντιστήριο των σκηνών που θα γυρίζονταν την επόμενη μέρα. Ευτυχώς όμως, η Τζίνα ήταν τσιλιβίθρα, 47 κιλά.

Βρουμ! Βρουμ! Πήρε μπρος το αμαξάκι αγκομαχώντας και ξεκινήσαμε κεφάτοι από Μαρούσι για Φάληρο. Τραγουδώντας μαζί με τους ροκάδες που έριχναν τις ροκιές τους από το σπασμένο και ξανακολλημένο με σελοτέηπ ραδιοκασετόφωνο. Το είχαμε στο τέρμα. Νεολαίοι είπαμε. Ίσον σαματάς. Στα φανάρια, όλοι γυρίζανε και μας κοιτάζανε έκπληκτοι. Μια σακαράκα γεμάτη «σαρδέλες» που τραγουδούσαν παράφωνα we don’t need no education, we don’t need no mind control…”. Και στο επόμενο φανάριriders on the storm…” και λίγο παρακάτω “come on baby light my fire…” και μετά “we all live in a yellow submarine…”. Επτά αγριεμένα παιδιά μέσα σε ένα αυτοκίνητο έτοιμα για τρέλες!

Κάποτε, φτάσαμε στην παραλιακή. Είχε όμως πάει η ώρα δώδεκα παρά κάτι. Κάνουμε να μπούμε μέσα… «Ώπα!» μας κόβει ο ταμίας. «Αργήσατε. Κλείνουμε τώρα. Ελάτε αύριο.»

Αύριο; Τι λες! Θα ζούμε μέχρι αύριο; Θέλουμε να παίξουμε και το θέλουμε τώρα! Βρε καλέ μου, βρε χρυσέ μου, τον πιάσανε στα παρακάλια τα αγόρια. Παίξαμε κι εμείς οι γυναίκες επικουρικά τις βλεφαρίδες μας, δείξαμε γάμπα, ποζάραμε ανφάς και προφίλ… Τίποτα αυτός, ασυγκίνητος. Βγαίνει από το ταμείο, μας κλείνει την πύλη στα μούτρα. Τι κάνουμε τώρα; Τζάμπα τόσα χιλιόμετρα και τόσα όνειρα;

Τον βλέπουμε τον κακό άνθρωπο (τον ταμία) και πάει πίσω από το κουβούκλιο κι αρχίζει να σβήνει φώτα. «Μπουκάρετε!» ψιθυρίζει ο Τζόνι. Σπρώχνουμε απαλά την πύλη και τρυπώνουμε σαν τις γάτες. Τρέχουμε και κρυβόμαστε πίσω από κάτι θάμνους και περιμένουμε σαν τους λύκους στο σκοτάδι. Η καρδιά μας παίζει ταμπούρλο, κρατάμε και την αναπνοή μας.

Σε λίγο βγαίνουν οι τελευταίοι πελάτες. Βγαίνουν και οι υπάλληλοι. Ένα-ένα τα φώτα, τα λαμπιόνια και οι προβολείς που λούζουν το μεγαλοπρεπές Λούνα Παρκ σβήνουν. Κρακ-κρακ, ακούμε το κλειδί στο λουκέτο. Παφ-παφ, τα βήματα κάποιου που απομακρύνεται. Ησυχία, σκοτάδι, νέκρα, σιωπή. Μας κλείδωσαν μέσα!

screwdriver=κατσαβίδι
«Πάμε!» λέει ο Τζόνι. Σφαίρα τρέχουμε στα συγκρουόμενα. Εμείς, τα κορίτσια, δεν είχαμε ακόμα καταλάβει τι γίνεται. Τα αγόρια όμως ήξεραν πολλά. Με τους αναπτήρες τους για φακούς, μπαίνουν στο δωματιάκι του χειριστή. Ψάξανε στο συρτάρι και βρήκανε ένα κατσαβίδι - να που κολλάει το σκρουντράιβερ που σου έλεγα προηγουμένως!…Σε δυο λεπτά ανάψανε τα φώτα της πίστας. Δεν χρειάστηκε πολύ για να δώσουν ρεύμα στα αυτοκινητάκια. Το τι ακολούθησε, δύσκολα περιγράφεται. Σαν τα σκυλιά που τα έβγαλες βόλτα στο πάρκο και τους έλυσες το λουρί. Μπήκε ο καθένας μας σε ένα αυτοκινητάκι κι αρχίσαμε τις συγκρούσεις μεταξύ μας.

«Δεν πάει πιο γρήγορα;» ρώτησε κάποιος απαιτητικός. «Τώρα, θα το πειράξω και θα γίνει πύραυλος!» απάντησε ο… «χειριστής». Κάτι έκανε στον πίνακα ελέγχου με τα καλώδια, κάτι μαστόρεψε και ξαφνικά τα αυτοκινητάκια άρχισαν να τρέχουν ανεξέλεγκτα σαν δαιμονισμένα. Σαν να βλέπεις βίντεο στο αξελερέ. Σε κάθε σύγκρουση τα κορμιά μας τραντάζονταν κι η αδρεναλίνη χτύπαγε κόκκινο. Ουρλιάζαμε, ξεκαρδισμένοι στα γέλια. Τα σύρματα που έδιναν ρεύμα πάνω από τα κεφάλια μας άρχισαν να πετάνε σπίθες. Οι σπίθες γίνανε αστραπές. «Πιο γρήγορα! Πιο γρήγορα!» φωνάζαμε εμείς. Και τότε, έγινε κάτι που μας πάγωσε το αίμα…

Μέσα στα γέλια και τις δικές μας ιαχές ακούστηκε απειλητική μια άγνωστη βαριά αντρική φωνή. «Τι κάνετε εδώ αλήτες; Πώς μπήκατε μέσα;»

Δεν… μπήκαμε. Δεν βγήκαμε, θα ήταν η σωστή απάντηση.  Όμως δεν ήταν ώρα τώρα να ανοίξουμε συζήτηση. Ο φύλακας ήταν εντελώς αγριεμένος. Μετά βίας συγκρατούσε από το λουρί δυο ντόπερμαν που σαν λυσσασμένα προσπαθούσαν να του ξεφύγουν και να μας χυμήξουν. «Θα αμολύσω τα σκυλιά να σας φάνε!» γρύλισε και το μάτι του γυάλισε περίεργα.

Δεν χρειάστηκε να το αναλύσει άλλο. Σαν τους καλλικαντζάρους, πηδήξαμε από τα συγκρουόμενα κι αρχίσαμε να τρέχουμε μες στα σκοτάδια, δίχως να ξέρουμε προς τα πού. Σαν αγέλη τρέχαμε. Μπροστά πήγαινε ένας και πίσω οι υπόλοιποι ουρλιάζοντας από τρόμο. Ακούγαμε τα σκυλιά να μας ακολουθούν και να μας γαυγίζουν και μαζί τα ποδοβολητά του φύλακα που μας έβριζε με ένα αναπάντεχα πλούσιο λεξιλόγιο και λέξεις που δεν γράφονται σε ένα καθωσπρέπει blog όπως αυτό εδώ…

Και ξάφνου, ο δρόμος… τελείωσε. Το τσιμεντένιο έδαφος τέλειωσε. Μπροστά, μαύρα κατάμαυρα σκοτάδια. Ακούγονταν μόνο παφλασμοί από κύματα να σκάνε στην παραλία. Πίσω, τα σκυλιά και ο κυνηγός μας. Αυτό ήταν. Ήρθε το τέλος μας! Ή που θα μας φάνε τα σκυλιά ή που θα σκοτωθούμε στα γκρεμά. Κάποιος πήδηξε πρώτος στο κενό. Σαν χορός του Ζαλόγγου ένας-ένας πηδήξαμε όλοι. Ουχ! Ωχ! Αχ και Βαχ! Βογκ! Θά΄ταν δυό μέτρα ύψος. Δεν προσγειωθήκαμε σε άμμο, όπως περιμέναμε, αλλά σε βότσαλα και βράχια.

Μόλις συνήλθαμε από το σοκ, γυρίσαμε να κοιτάξουμε τον διώκτη μας. Όπως φωτιζόταν κόντρα από τον φακό του, έμοιαζε με τον Νοσφεράτου. Είδαμε τα δόντια των ντόπερμαν να γυαλίζουν, τα ακούσαμε να γρυλίζουν. Εδώ κανονικά θα έπεφταν τίτλοι τέλους. Όμως έγινε κάτι εκτός σεναρίου. Ο Τζόνι σηκώθηκε, ορθώθηκε, πήρε μια στάση απειλητική και του λέει: «Είμαστε εφτά και είσαι ένας. Τι θα μας κάνεις;» Αυτό μόνο. Απλά και παγερά. Δίπλα του αμίλητοι σηκώθηκαν και στάθηκαν ο Τζίμης και ο Μάικ.

Τι παράδοξο! Ο φύλακας μάλλον φοβήθηκε. Έπεσε μια ανησυχητική σιωπή. «Εντάξει» λέει, «η πύλη είναι ανοιχτή. Θα περιμένω εδώ. Σε ένα λεπτό να έχετε εξαφανιστεί.»

Ακριβώς ένα λεπτό χρειάστηκε. Διακτινιστήκαμε! Για πότε σκαρφαλώσαμε, για πότε τρέξαμε μέχρι την πύλη, για πότε φτάσαμε στο αμάξι και στοιβαχτήκαμε μέσα όπως-όπως, για πότε βρεθήκαμε να τρέχουμε με 100 στη Βουλιαγμένης… Στα πρώτα χιλιόμετρα γυρίζαμε και κοιτάζαμε πίσω μας με την τρίχα όρθια. Μόλις σιγουρευτήκαμε πως δεν μας ακολουθεί ούτε αυτός ούτε τίποτα περιπολικά και πως – ουφ! - τη γλυτώσαμε, σταθήκαμε σε ένα σημείο που ο δρόμος φωτιζόταν καλά.

Βγήκαμε από το αυτοκίνητο και ψαχτήκαμε μεταξύ μας να δούμε μήπως κάποιος τραυματίστηκε από την πτώση. Άλλος πονούσε στα πλευρά, άλλος στον αγκώνα, άλλος είχε στραμπουληγμένο αστράγαλο, κι όλοι είχαμε γδαρσίματα στις παλάμες, στις γάμπες και στους ώμους. Η Τζόυ έκλαιγε, η Τζίνα είχε λίγα αίματα στο σαγόνι κι εγώ είχα χτυπήσει στο κεφάλι, ευτυχώς ελαφρά. Αν και το μυαλό μου είχε κουνηθεί για τα καλά!
cocktail screwdriver
made by Mariliz Ritsardi
Όμως η ασύλληπτη αυτή νύχτα δεν τελειώνει εδώ. Όοοχι! Έχει κι άλλο! Την υπόλοιπη ιστορία θα σου την πω στην επόμενη ανάρτηση. Έλα, μην τη χάσεις σου λέω, γιατί έγιναν απίστευτα περιστατικά! …To be continued!

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Το γνωρίζατε πως ήταν ελληνική η εταιρεία (NAMCO) που παρήγαγε το αυτοκίνητο Pony στη διάρκεια των ετών 1975-1983;

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!


ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΣΑΝ SLIDESHOW

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

ΧΑΛΑΡΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΑΙ ΡΟΛΑΚΙΑ ΜΕΛΙΤΖΑΝΑΣ ΜΕ ΚΑΠΑΡΗ

ΧΑΛΑΡΑ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ ΧΑΛΑΡΑ ΚΑΙ
ΡΟΛΑΚΙΑ ΜΕΛΙΤΖΑΝΑΣ ΜΕ ΚΑΠΑΡΗ

Το καλοκαίρι είναι εποχή για άραγμα. Δεν υπάρχει λόγος να ιδρώνεις μέσα σε μια κουζίνα…
… καλύτερα να ιδρώνεις δίπλα στη θάλασσα. Εκεί που σκάει το κύμα.

Ως εκ τούτου, και η θεία Μαριλίζ, πήρε το «ρεπό» της από τη μπλογκόσφαιρα και έφτιαξε για σήμερα κάτι γρήγορο, εύκολο κι απλό!
Κάτι που μπορείς να ετοιμάσεις από πριν και να το βάλεις στο ψυγείο. Επιστρέφοντας από το μπάνιο στη θάλασσα, θα περιμένει εσένα και τους φίλους σου να το «τσακίσετε» πίνοντας καμιά δροσερή μπυρίτσα. Η κάπαρη το κάνει πικάντικο. Οπότε είναι και ωραίος μεζές για ούζο. Αν έχεις κέφι για περισσότερη δουλειά, μπορείς να το σερβίρεις και ως πρώτο πιάτο για ορεκτικό.

ΡΟΛΑΚΙΑ ΜΕΛΙΤΖΑΝΑΣ ΜΕ ΚΑΠΑΡΗ
(ορεκτικό)

ΥΛΙΚΑ

2-3 μεγάλες μελιτζάνες, ελαιόλαδο, 1 κουτάκι ντομάτες κονκασέ, τυρί φέτα (αν δεν σου αρέσει βάλε άλλο σκληρό τυρί), κάπαρη τουρσί, λίγο φρεσκοτριμμένο πιπέρι

*Αλάτι δεν έβαλα γιατί είναι αλμυρές η κάπαρη και η φέτα. Αν έχεις, βάλε και λίγο μαϊντανό ψιλοκομμένο.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Κόβω τις μελιτζάνες κατά μήκος σε λεπτές φέτες και τις τηγανίζω στο ελαιόλαδο. Τις τοποθετώ σε ένα μεγάλο ρηχό ταψί. Πλένω με νερό την κάπαρη να φύγει το πολύ αλάτι και τη στεγνώνω. Κόβω το τυρί φέτα σε πολύ μικρά κυβάκια. Σε κάθε φέτα μελιτζάνας βάζω στη μέση ένα κομματάκι τυρί, δυο «χαντρούλες» κάπαρη, λίγη ντομάτα. Τυλίγω σε ρολό. Αυτό ήταν! 
Φούρνος προθερμασμένος στους 200ο C και ψήσιμο για 15 περίπου λεπτά.

 Αυτή εδώ είναι η κάπαρη τουρσί…

άνθος φυτού κάπαρης στη Σαντορίνη
Και αυτή εδώ είναι η κάπαρη φυτό λουλουδιασμένη! Άνθος κάπαρης είχες ξαναδεί;

Καλή επιτυχία και καλή όρεξη!

Αυτά είχα να σου πω για σήμερα, και πολλά είπα, γιατί η θάλασσα με περιμένει.

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Και τώρα…μπλουμ!

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΣΑΝ SLIDESHOW

=========================================

Κυριακή 10 Αυγούστου 2014

ΣΠΙΤΙΚΗ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ «ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ» ΚΑΙ ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ

ΣΠΙΤΙΚΗ ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ «ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ» 

ΚΑΙ ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ


Η σπιτική μαρμελάδα είναι ένα από τα ωραιότερα και ευκολότερα πράγματα που μπορεί να κάνει ένας λιχούδης άνθρωπος στην κουζίνα. Κι αν είναι τυχερός να ζει σε μεσογειακή χώρα και να έχει στη διάθεση του πάρα πολλά φρούτα… Οι συμφορές που βρίσκουν τους ανθρώπους, μοιάζουν κι αυτές κάπως με τα φρούτα. Διάφορα χρώματα, διάφορες γεύσεις, διάφορα αρώματα, άλλη επίγευση.
Συμφωνείς υποθέτω πως το φρυγανισμένο ψωμί είναι μια από τις καλύτερες ιδέες για πρωϊνό…
… που γίνεται ακόμα καλύτερο αν αλείψεις πάνω του λίγο φρέσκο βούτυρο…
… και γίνεται «θεϊκό» αν απλώσεις τη σπιτική μαρμελάδα που έφτιαξες με τα χεράκια σου!

Τη μαρμελάδα που έφτιαξα σήμερα την ονόμασα «Πανδαισία» επειδή, καθώς δεν είχα μεγάλη ποσότητα από ένα φρούτο, άνοιξα το ψυγείο, έβγαλα όποια φρούτα διέθετα και χωρίς να ακολουθήσω καμία συνταγή, έκανα έναν δικό μου αυθαίρετο συνδυασμό.

ΜΑΡΜΕΛΑΔΑ «ΠΑΝΔΑΙΣΙΑ» της θείας Μαριλίζ J
Μαρμελάδα με διάφορα φρούτα (συνταγή για 6 μικρά βαζάκια)

ΥΛΙΚΑ
4 πορτοκάλια βιολογικά ακέρωτα
4 μήλα κόκκινα
3 ροδάκινα
3 μεγάλα αχλάδια
10 βερίκοκα
12 σύκα
Ζάχαρη
Ελάχιστο αλάτι


Και… το μυστικό συστατικό της θείας Μαριλίζ: 6 λοβοί κάρδαμο και λίγο μαύρο πιπέρι!

*Δεν βάζω βανίλια όπως συνηθίζεται. Σε σκεφτόμουν όταν έφτιαχνα τη συνταγή Χριστίνα Σ!

ΕΚΤΕΛΕΣΗ
Καθαρίζω τα φρούτα από τις φλούδες. Σε μια μεγάλη και βαθιά κατσαρόλα βάζω λίγη φλούδα πορτοκαλιού που φύλαξα ψιλοκομμένη και όλα τα υπόλοιπα φρούτα ψιλοκομμένα. Προσθέτω με το μάτι ζάχαρη περίπου τη μισή ποσότητα από τον όγκο του συνόλου των φρούτων. Ρίχνω τα σποράκια που βρίσκονται μέσα στους λοβούς του κάρδαμου, ελάχιστο αλάτι και μαύρο τριμμένο πιπέρι. Ανακατεύω συχνά για να μην «πιάσει» στον πάτο της κατσαρόλας καθώς αφήνω τη μαρμελάδα μου να σιγοβράζει σε πολύ χαμηλή φωτιά για περίπου 4 ώρες. Κατεβάζω από τη φωτιά και χτυπάω λίγο με το σύρμα να λιώσουν όσα κομματάκια φρούτων δεν έλιωσαν από μόνα τους.

Όσο είναι ακόμα χλιαρή, τη βάζω σε αποστειρωμένα βάζα και τη φυλάω στο ψυγείο. Όχι πως θα μείνει εκεί για πολύ καιρό…

Οπότε, αφού φτιάξαμε έξι βαζάκια, βάζουμε τα δύο στο ψυγείο και δωρίζουμε σε γείτονες και φίλους τα υπόλοιπα. Για να κάνουμε και τη σχετική εντύπωση (δεν είμαστε ό,τι κι ό,τι), στολίζουμε το καπάκι του βάζου με ένα στρογγυλό κομμάτι ύφασμα που το στερεώνουμε με μια κορδέλα που τη δένουμε φιόγκο.

Καλή απόλαυση! Και μακάρι να έρθουν για όλους καλύτερες μέρες…

ΚΑΙ ΕΝΑ ΓΡΑΜΜΑ

Αγαπημένα μου ανίψια,

Η ζωή είναι γεμάτη απρόβλεπτες καταστάσεις. Απανωτές μικροσυμφορές. Ατυχήματα, ασθένειες, υπερβολική κούραση, οικογενειακές απαιτήσεις, οικονομικές δυσκολίες, απώλειες, θάνατοι… Όλα αυτά μπορεί να φέρουν τον άνθρωπο σε μια κατάσταση ακινησίας. Άλλοι το ονομάζουν υπερκόπωση, άλλοι κατάθλιψη, άλλοι λένε απλώς ένα… «δεν πάει άλλο, ψόφησα!».

Το φετινό καλοκαίρι μύρισε ανθρώπινο αίμα και «μπαρούτι». Η Ρωσία «τρώγεται» άγρια με την Ουκρανία. Η Συρία εξακολουθεί να «βράζει». Στη Λωρίδα της Γάζας, Ισραήλ και Παλαιστίνη είναι παραδοσιακά «στα μαχαίρια». Φέτος το παράκαναν. Μωρά παιδιά, άμαχος πληθυσμός, εθελοντές, ανθρωπιστικές οργανώσεις πέφτουν νεκροί σαν τα κουνούπια. Ανοίγεις ραδιόφωνο, τηλεόραση, ιντερνέτ. Παντού χαμός, λιμός, λοιμός και καταποντισμός. Αεροπλάνα πέφτουν, καράβια βουλιάζουν, τρένα εκτροχιάζονται, αυτοκίνητα συγκρούονται, κόσμος να κλαίει. Το Facebook εκτός από selfies και κοκτέιλ με μαγιό σε σκάφη και σε παραλίες, γέμισε πτώματα…

Μέσα σ’ όλα αυτά, τα πλανητικά, τα γήινα και τα προσωπικά προβλήματα, εσύ, θέλεις να γράψεις και στο blog σου. Συνταγές χαράς και ευτυχίας. Δεν είναι πως αδιαφορείς κι έγινες άλλο ένα παχύδερμο που το μόνο που το νοιάζει είναι «τι θα φάμε, τι θα πιούμε, τι θ’ αρπάξει ο κ@λος μας». Απλά, αυτό μπορείς σήμερα, κι αυτό κάνεις.

Θα σηκωθείς από το κρεβάτι. Θα σκεφτείς τι μπορεί να φέρει κάποια μικρή ευχαρίστηση. Κάτι που να ανεβάσει λίγο τη διάθεση, τη δική σου και των άλλων. Και θα πας στην κουζίνα…

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Και όσο μαγειρεύεις στην κουζίνα σου, θα σκεφτείς και τι άλλο μπορείς να κάνεις. Μόνος σου και συλλογικά…

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΣΑΝ SLIDESHOW
=========================================

Κυριακή 3 Αυγούστου 2014

ΠΑΤΗΡ & ΥΙΟΣ ΣΕ DOLBY SURROUND ΚΑΙ Η ΟΜΕΛΕΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ

ΠΑΤΗΡ & ΥΙΟΣ ΣΕ DOLBY SURROUND ΚΑΙ Η ΟΜΕΛΕΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ

(Ομελέτα…Τα Πάντα Όλα) 
Αυτή την ομελέτα την έφαγα. Τώρα, απλά θα σου πω την ιστορία της…

Την έχω ονομάσει η «Ομελέτα του Φώτη», προς τιμήν του, γιατί αυτός μας την έφτιαξε ένα πρωινό στη Σαντορίνη. Είχε έρθει από την καυτή Αυγουστιάτικη Αθήνα στα ξαφνικά να δει για λίγο τον πατέρα του.
Ο ίδιος, όταν τον ρώτησα πως λέγεται αυτή η ομελέτα, μου είπε… «Τα Πάντα Όλα»! Γιατί, άμα πεινάσεις και λαχταρίσεις αυγουλάκια, ανοίγεις το ψυγείο, βλέπεις τι σου βρίσκεται μέσα και το συμπεριλαμβάνεις στην ομελέτα σου. Αυτή η πανδαισία τρώγεται ως brunch, εννοείται. Ξυπνάς αργά, χουζουρλίδικα, «παίζεις» τον masterchef στην κουζίνα σου και απολαμβάνεις ένα πρωινομεσημεριανό υπερπαραγωγή!
Τον Φώτη Πετρίδη, αν και ως ηθοποιός έχει μια πλούσια καριέρα δεκαετιών η οποία ξεκίνησε με σπουδές στο Εθνικό Θέατρο, σήμερα το ευρύ κοινό τον γνωρίζει από τον ρόλο του κακού Βολιώτη, που έπαιξε την περασμένη σεζόν στα «Κλεμμένα Όνειρα» στην τηλεόραση. Εγώ που τον ξέρω από 20 ετών, έχω να σας πω ότι είναι καλό παιδί. Όχι, δεν είναι μαφιόζος, Νονός της νύχτας, δεν ζει με «μίζες» και δεν ξεριζώνει τα δόντια και τα νύχια του κοσμάκη.

Αλλά, να ξέρεις, έτσι είναι οι περισσότεροι «κακοί» στον Κινηματογράφο και στην Τηλεόραση. Είναι λογικό. Από απόσταση, ο ηθοποιός μπορεί να παρατηρήσει καλύτερα και να αναπαραστήσει κάποιον με τον οποίο έχει διαφορές στον χαρακτήρα. Όμως πολύς κόσμος, ταυτίζει τον ρόλο με τον άνθρωπο.

Μοιάζει με τον μπαμπά του ο Φώτης. Εξ ου και ο τίτλος της σημερινής ανάρτησης στο blog. Ένας Πετρίδης φτάνει για να ακούσεις μια κανονική… εκπομπή. Άμα τους έχεις και τους δυο μέσα στο σπίτι σου ταυτόχρονα, με τη ζωηράδα τους και την αιώνια εφηβική τους διάθεση, είναι σαν να ακούς το πρόγραμμα Dolby Surround.

Σού ‘χει τύχει ποτέ να παρευρεθείς σε σκηνικό όπου συναντιούνται μετά από καιρό πατέρας και γιος; Εσύ, περισσεύεις.

Στην αρχή σου μιλάνε, σε χαιρετάνε. Μετά…δεν υπάρχεις. Βυθίζονται στον Πετριδαίϊκο κόσμο τους. Μπούρου-μπούρου για ώρες. 

Σχολιάζουν το παρόν και μαντεύουν το μέλλον. Σκαλίζουν το παρελθόν και θυμούνται απίθανες λεπτομέρειες σε περιστατικά. Μέσα σε λίγη ώρα φιλιούνται, γκρινιάζουν, διαμαρτύρονται, τσαντίζονται, καυγαδίζουν, ξαναφιλιώνουν, χαϊδεύουν τις πλάτες και τα κεφάλια τους, χαίρονται με τα ίδια πράγματα, δακρύζουν από συγκίνηση και νοσταλγία για διαφορετικά πράγματα, συμφωνούν με πάθος, διαφωνούν με περισσότερο πάθος. Έχει ο καθένας τη δική του εκδοχή της οικογενειακής ιστορίας και επιμένει με πείσμα πως αυτή είναι και η μόνη σωστή. Άσε που συνήθως παίζουν το ίδιο έργο. Ίδιες σκηνές, ίδιες ατάκες, ίδιο μοντάζ... Αν και «Πετρίδηδες», κάνουν σαν κανονικοί άνθρωποι δηλαδή.

Έχουν πολύ γούστο. Στο τέλος, σου λένε κι ένα «χάρηκα που τα είπαμε». Λες και έμεινε χρόνος να μιλήσεις κι εσύ. Όχι ότι δεν σε ρωτάνε «τι κάνεις;». Ρωτάνε. Αλλά, έτσι αραιά που συναντάει πια ο πατέρας τον γιο λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων, με το δίκιο τους, αυτές τις λίγες ώρες που βρίσκονται αφοσιώνεται ο ένας στον άλλο. Λογικό. Με τη… «μητριά» θα ασχολείται το παιδί;

Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο μυθιστόρημα αν δεν ήμουν τόσο… «κυρία» (χα-χα-χα, λέμε τώρα). Αλλά, δεν είμαι μαρτυριάρα. Άμα θέλουνε, ας το γράψουνε μόνοι τους.

Ομελέτα σου υποσχέθηκα. Τώρα, περίμενε, θα τη φας!

Λοιπόν, έχω σκεφτεί και δεν ξέρω αν συμφωνείς, πως όσο κι αν μοχθήσει, ό,τι κι αν κάνει ο άνθρωπος για να το αποφύγει αυτό, στο τέλος ο γιος θα μοιάσει ως ένα σημείο στον πατέρα όπως και η κόρη στη μητέρα. Δεν είναι μόνο η ουσιαστική ομοιότητα του Φώτη με τον Γιώργο που βλέπω να ωριμάζει με τα χρόνια. Είναι και η δική μου εμπειρία. 

Ανακαλύπτω μέσα μου, όχι μόνο εξωτερικά, στοιχεία του χαρακτήρα της μητέρας μου που όταν ήμουν παιδί θεωρούσα πως θα τα αποφύγω. Είναι άτιμο πράμα το γονίδιο. Θέλει συνεχή εγρήγορση για να ακολουθήσει ένας άνθρωπος το δικό του μονοπάτι στη ζωή. Να μη γίνει ένα φερέφωνο, ένα αντίγραφο της περασμένης γενιάς.

Δες στη φωτογραφία. Σαν σπερματοζωάριο στο λευκό υλικό του αυγού που αναζητάει να συναντήσει τον κρόκο-ωάριο μοιάζει αυτή η «ουρίτσα» κάτω στ’ αριστερά. Έτσι κι εμάς, το ένα «μισό» μας έψαχνε κάποτε να βρει το άλλο. Μπήκε κι αυτό στο «αυγό» του, έκανε τη δουλειά του, όπως το προγραμμάτισε ο αρχέγονος υπολογιστής της Μητέρας Φύσης και τσουπ! Νά σου μια μέρα κι έσκασε απ’ τ’ αυγό του ακόμα ένας Υιος! Φτυστός ο Πατήρ του, ζωή νά’ χει!


Η ΟΜΕΛΕΤΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ
(Ομελέτα…Τα Πάντα Όλα)

1. Ξυπνάς και φτιάχνεις καφέ.
2. Ανοίγεις το ψυγείο…
3. Τυρί με τρύπες, τυρί χωρίς τρύπες, ζαμπόν, α… έχει και μια φέτα μπέηκον! Πιπεριά πράσινη, πιπεριά κόκκινη Φλωωω (χασμουρητό) ρίνης… Τι άλλο; Ελιές, κάπαρη (στη Σαντορίνη είμαστε, αμαρτία να μη βάλουμε). Τοματίνια και ένα κρεμμύδι.
4. Λίγο γάλα και λίγο αλεύρι για να αφρατέψει και για να φτουρίσει (μτφρ. να φάνε πολλοί).
5. Βούτυρο αγελάδας για το τηγάνι. Ωραίααα!...
6. Ωχ!... Τα αυγά ξέχασα. 4 αυγά...

Τώρα περιμένεις να σου πως και πως γίνεται;… Έλα, μωρέ, ξέρεις να φτιάχνεις ομελέτα. Η διαφορά δεν είναι στην τεχνική. Είναι σ’ αυτό το… τα πάντα όλα! Και πως κάθε φορά, είναι κάτι άλλο. Ανάλογα με το τι έχεις εκείνη την ώρα στο σπίτι.

Πάντως, δεν είναι καθόλου κακό… Εσύ να κάααθεσαι αραχτή στην ταράτσα, και οι άντρες κάτω στην κουζίνα να μαγειρεύουν. Δεν είναι κακό…

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Κι ύστερα… θα κάααθεσαι!

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!

ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΣΑΝ SLIDESHOW

=========================================