Κυριακή 4 Αυγούστου 2013

ΝΤΟΜΑΤΟΚΕΦΤΕΔΕΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

ΝΤΟΜΑΤΟΚΕΦΤΕΔΕΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΑΛΗΘΙΝΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

(Ούς η θάλασσα συνέζευξε, άνθρωπος μη χωριζέτω…)


Όπως σου υποσχέθηκα, σήμερα θα σου φτιάξω ντοματοκεφτέδες…

Ήταν κάποτε στη Σαντορίνη ένας ψαράς. Τελειώνοντας με την ψαριά, απάγκιαζε τη βάρκα του σε μια σπηλιά των βράχων, απ’ αυτές που έχουν σμιλευτεί με τον καιρό και με φυσικό τρόπο στην ακροθαλασσιά. 

Σαν τους ψαράδες που ξέρουν να ζήσουν στη ζωή τους, είχε κι αυτός δυο καρεκλάκια κι ένα αυτοσχέδιο τραπεζάκι να πίνει ένα κρασί το σούρουπο αγναντεύοντας τη θάλασσα προτού γυρίσει σπίτι. Το κρασί του το ‘φτιαχνε μόνος του. Είχα την τύχη να τον προλάβω ζωντανό και το δοκίμασα. Ακόμα νοσταλγώ την πλούσια λιαστή γεύση του.

Ο ψαράς είχε χωράφια. Έσπερνε άνυδρα καλούδια του βολκανικού νησιού. Φάβα, μελιτζάνες άσπρες, στρογγυλά κολοκυθάκια και καρπουζάκια σαν μπαλάκια, σκόρδα, κρεμμύδια «δυναμίτες» και, φυσικά... ντοματάκια! Ο ψαράς είχε και κόρες. Πολλές κι ανύπαντρες. Η μια ομορφότερη απ’ την άλλη κι αν ήσουν υποψήφιος γαμπρός δεν θα ‘ξερες ποια να διαλέξεις.

Έχεις δει ποτέ τοιχογραφίες της Προϊστορικής Πόλης του Ακρωτηρίου που σώθηκαν απ’ την καταστροφή μετά την έκρηξη του ηφαιστείου, πριν 3.600 και βάλε χρόνια; Λαμπερά μαύρα μαλλιά, μάτια φλογερά, χείλη σαρκώδη, ηδονικά, για φίλημα.

Τα αυθεντικά ντοματάκια Σαντορίνης είναι – όπως όλα της – διαφορετικά. Μικρά και σφιχτά, με σχήμα ακανόνιστο, γλυκά και πικάντικα μαζί. Σαν απόσταγμα συνηθισμένης ντομάτας. Μεγαλώνουν στην ελαφρόπετρα. Κι όταν η υγρασία του ουρανού κατεβαίνει τη νύχτα να αγκαλιάσει τη γη, η ελαφρόπετρα την αιχμαλωτίζει. Μ’ αυτόν τον τρόπο πίνουν νερό τα ντοματάκια κι έτσι ωριμάζουν δίχως να χρειάζονται πότισμα από χέρι ανθρώπου.

Πια, δεν βρίσκεις εύκολα τα αυθεντικά. Πολλά χωράφια εγκαταλείφθηκαν ή απλώς μεταμορφώθηκαν σε… Rooms to Let. Στα καφάσια, όλο και πιο συχνά βλέπεις ντοματάκια που ο σπόρος τους έχει αναμιχθεί με ιταλικό τοματίνι. Γι αυτό, αν βρεις τα αληθινά ντοματάκια, βιάσου! 

Διαρκούν ελάχιστα, όσο ένας έρωτας του καλοκαιριού. Γύρω στα μέσα του Ιουλίου τελειώνουν. 
Μιας και θα σου φτιάξω ντοματοκεφτέδες στις 3 του Αυγούστου, όπως καταλαβαίνεις θα συμβιβαστώ...


Όμως σου έλεγα πριν για μια Προϊστορική Πόλη στο Ακρωτήρι…

Τριακόσια μέτρα μακριά από τη σπηλιά του ψαρά, η Πόλη αυτή κοιμόταν ύπνο βαθύ. Ανεξερεύνητη από την ημέρα της δύσης της. 

Αλλεπάλληλα στρώματα λάβας, τέφρας, ελαφρόπετρα και χωμάτινα πέπλα ήρθαν και κάθισαν πάνω της χρόνο με το χρόνο, αιώνα τον αιώνα, χιλιετία τη χιλιετία... 

Ώσπου μια μέρα η πόλη αποφάσισε πως ήρθε ο καιρός να ξαναδεί το φως του Ήλιου. Σαν τον Πρίγκιπα πού ‘δωσε εκείνο το μοιραίο φιλί στην Ωραία Κοιμωμένη, έτσι ήρθε από μακριά ένας επίμονος αρχαιολόγος και την αποκάλυψε. Μαρινάτος λεγόταν.


Ξέρω, σου έλεγα για ντοματοκεφτέδες... Κάνε λιγάκι υπομονή και θα δεις πώς, όλα τελικά στην ιστορία αυτή, μια χαρά κολλάνε. Όπως τα υλικά της συνταγής.

Στην αρχή, ήρθαν δυο ντοματάκια με ένα κομμάτι σπιτικό χλωρό τυρί. Έπειτα ήρθαν κι άλλοι πεινασμένοι. Εργάτες, συνεργάτες από την ανασκαφή. 

Αναβαθμίστηκε η σπηλιά. Έγινε υπόσκαφο ταβερνάκι. 
Ένα μικρό αριστούργημα παραδοσιακής λαϊκής αυτοσχέδιας αρχιτεκτονικής. 

Εκεί ακριβώς που σκάει το κύμα...


...Όμως σου υποσχέθηκα και ένα αληθινό παραμύθι!

Θα ‘ναι πάνω-κάτω τριάντα χρόνια από τη μέρα εκείνη.


Ένα καράβι εμπορικό απ’ αυτά που σχίζουν τους ωκεανούς και τις επτά θάλασσες ήρθε και έριξε άγκυρα, έτσι απροσδόκητα στη μέση του ορίζοντα ακριβώς αντίκρυ στη σπηλιά. Κι ένα εκ γενετής περίεργο ναυτόπουλο έριξε το βλέμμα του στην ακτή την ώρα που μια από τις κόρες του ψαρά έστρωνε τραπέζι... 

Περαστικός από την Ελλάδα, τυχαία σταματημένος εκεί, μόνο για μια στιγμή, σπρωγμένος από μια ανεξήγητη παρόρμηση πήρε μια βάρκα και βγήκε στη στεριά.


Μόλις τον είδε το κορίτσι, κοκκίνισε και μύρισε ολόκληρο σαν καραμελωμένη ντομάτα. 

Μετά, ήδη θα το κατάλαβες, όπως στα παραμύθια – μόνο που αυτή η ιστορία είναι αληθινή – δοκίμασε με λαχτάρα τους ντοματοκεφτέδες που έφτιαξε με τα χεράκια της. 

Στη συνέχεια πήρε και φίλησε τα χεράκια της και με μια ματιά σαν πυρωμένη λάβα έκλεψε την καρδιά της. Μα του την έκλεψε κι αυτή... 



Ύστερα το παλικάρι έφυγε. Γύρισε στον μακρινό τόπο του, στη Νότια Αμερική. Μάζεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα, χαιρέτισε τους δικούς του και ήρθε πίσω σαν άνεμος στο νησί της φωτιάς να ζήσει για πάντα με την καλή του. 

Στην αρχή, η τοπική κοινωνία δεν είδε το δεσμό τους με καλό μάτι. Ο ξένος, είναι πάντα ο «ξένος». Μα σύντομα τον αγαπήσανε.

Ζήσανε μαζί ευτυχισμένοι και δούλεψαν χέρι με χέρι και γέννησαν όμορφα παιδιά, όπως όμορφα γίνονται συνήθως τα παιδιά όταν ανακατεύονται οι φυλές της γης.


Δεν τους χώρισε η γλώσσα ούτε η συνήθεια, μα ο θάνατος του ναύτη. Όμως μέχρι που ήρθε, απόλαυσαν μια γήινη κι απλή συντροφικότητα. 

Και, ναι, στο ξαναλέω, αυτή η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Μου τη διηγήθηκε δακρύζοντας από το κρεμμύδι τάχα η κόρη του «παραμυθιού» καθώς έριχνε στο τηγάνι της ντοματοκεφτέδες.

Και, μα το Ηφαίστειο, σου ορκίζομαι πως έχω βάλει μόνο ελάχιστη δική μου σάλτσα σ’ αυτή την ιστορία… Ίσα που να ερμηνεύσω το ανεξήγητο. Γιατί είναι από εκείνες τις φορές που η ζωή υπερβαίνει τη φαντασία.


Όμως, δεν το ξεχνώ, σου υποσχέθηκα Σαντορινιούς ντοματοκεφτέδες... 


Ε, ναι λοιπόν, ήρθε η ώρα! Πάμε στην κουζίνα να τους φτιάξουμε μαζί.


Μυστήρια υπόθεση ο ντοματοκεφτές. Κάθε νοικοκυρά έχει τα μυστικά της. Θα ακούσεις πολλές συνταγές. Σήμερα, αν ψάξεις λίγο, θα βρεις στο ίντερνετ συνταγές με μπύρα, με μπέικιν πάουντερ, με αυγό, με τυρί…

Όμως, όταν η συνταγή αυτή γεννήθηκε, οι άνθρωποι ήταν φτωχοί. Τα καλύτερα της σοδειάς τα έπαιρνε «δικαιωματικά» ο πλούσιος. Οι πολλοί, έτρωγαν τα περισσεύματα. Όπως γίνεται και σήμερα στις «αναπτυσσόμενες» (λέμε τώρα) χώρες. Έχω διαβάσει πως κάποιοι μαγείρευαν ντοματοκεφτέδες ακόμα και με κοτσάνια που περίσσευαν από την επεξεργασία της ντομάτας στα μεγάλα εργοστάσια του νησιού. Δεν ήταν πάντοτε ο πλούσιος τόπος, που είναι σήμερα, η Σαντορίνη.

Έτσι, έχω καταλήξει πως μια από τις πιο αυθεντικές συνταγές είναι αυτή εδώ. Λιτή και απολύτως χορτοφαγική. Θα σου την πω όπως τη μετέδωσε μια από τις γιαγιάδες του νησιού. «Δεν κατέχω παιδάκι μου από γραμμάρια και αναλογίες. Μαερεύγω με τη μύτη και με το μάτι»


ΝΤΟΜΑΤΟΚΕΦΤΕΔΕΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ
από την κερά - Μαρουλία


Κόψε στα δύο τα ντοματάκια, ρίξε λίγο κρεμμύδι ψιλοκομμένο, μπόλικο δυόσμο, λίγο αλάτι. Αυτά είναι τα βασικά. Λίγο κολοκυθάκι τριμμένο και άνηθος του πάει πολύ. Πιπέρι όσο θέλεις κι όσο αντέχεις. Τα ανακατεύεις στύβοντας με δύναμη σε μια λεκάνη. Άφησε τα σε μέρος δροσερό να κάτσουν μέχρι να βγάλουν το ζουμί τους. Ρίξε αλεύρι καλό, απ’ αυτό που έχεις για να ζυμώνεις ψωμί, απ’ αυτό που ανοίγεις φύλλο για τις πίτες σου. Πόσο αλεύρι; Όσο «πάρει». Πρέπει να γίνει χυλός πηχτός αλλά να ξεκολλάει εύκολα από το κουτάλι. Μετά, όσο περισσότερες ώρες μείνει στο ψυγείο, τόσο το καλύτερο.

Όταν έρθει η ώρα να τηγανίσεις, βάλε καλό λάδι να κάψει στο τηγάνι. Ρίξε γεμάτες κουταλιές χυλό, τόσες αναλόγως με το μέγεθος του τηγανιού σου, ώστε να μην κολλήσουν μεταξύ τους. Χαμήλωσε τη φωτιά σου και μόλις ψηθούν από τη μια πλευρά, γύρισε τους από την άλλη.

Πρέπει να έχουν ωραίο χρώμα, σκούρο χρυσαφί. 

Όχι μαυροτσούκαλοι, όπως μου βγήκαν τούτοι εδώ οι πρώτοι που έφτιαξα γιατί μου "άρπαξαν" και δεν πρόφτασα να τους βγάλω από το τηγάνι…




...Αυτοί, μάλιστα! Ωραιότατοι και αξιοπρεπείς ντοματοκεφτέδες! Τους σερβίρεις άνετα και στην πεθερά σου.

Αν το τρως και σου αρέσει, ταιριάζουν πολύ με φέτα ή γιαούρτι. Συνομιλούν ερωτικά το δροσερό με το καυτερό!

Καλή μας όρεξη!




Σε περιμένω!

Με αγάπη,
Η θεία Μαριλίζ





Υ.Γ. Στον έρωτα όπως και στη μαγειρική μεγάλο ρόλο, λένε, παίζει η όραση και η όσφρηση. Εγώ λέω και η διάθεση. Συμφωνείς;

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πείτε μας τη γνώμη σας