Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Η «ΚΑΠΝΙΣΤΗ» ΜΟΥ ΤΥΡΟΠΙΤΑ…

Η «ΚΑΠΝΙΣΤΗ» ΜΟΥ ΤΥΡΟΠΙΤΑ

(Μια συνταγή της θείας Μαριλίζ, με ένα υλικό που κάνει τη διαφορά, πρώτη εκτέλεση 1999*. Δεν είναι 'ντεμέκ', είναι αυθεντική)

Νά ‘μαστε πάλι! Σήμερα με βρίσκεις σε μεγάλη φούρια. Δώδεκα η ώρα κι ακόμα δεν άναψα το φούρνο! Κι όπου να ‘ναι θα χτυπήσει το κουδούνι κι είμαι με την ποδιά και με τα χέρια λαδωμένα. 
Περιμένω για φαγητό μια φίλη μου με τον άντρα της. Από Θεσσαλονίκη – εκεί μένουν. Με τη Χρυσηίδα είμαστε φίλες από το Δημοτικό. Ναι, καλά άκουσες. Από το Δημοτικό!

Πάνε σαράντα χρόνια από αυτήν εδώ τη φωτογραφία που κοιτάζεις. Είμαστε στο προαύλιο με τη μπλε σχολική ποδιά και με τα άσπρα μας τα γιακαδάκια. Ο δικός μου ο γιακάς ήταν κεντημένος στο βελονάκι και η ποδιά μου χειροποίητη γιατί η γιαγιά μου με ήθελε πάντοτε στην «τρίχα»! Ήταν μοδίστρα, βλέπεις η κυρά-Μαρία…

Αλλά, τι μ’ έπιασε πάλι; Είναι ώρα τώρα για νοσταλγία και φλυαρία; Ίσα-ίσα που προφταίνω. Έλα στην κουζίνα, έλα μέσα, μη ντρέπεσαι, μπες να δεις τι καλό ετοιμάζω. Είναι μια από τις  συνταγές μου που πραγματικά λατρεύω. Για πρώτο πιάτο, αλλά και για κύριο, είναι τέλεια.

Αυτή την τυρόπιτα την έφτιαξα πρώτη φορά τον προηγούμενο αιώνα, το 1999. Την προηγούμενη χιλιετία δηλαδή! Αλλά είναι τόσο νόστιμη που αξίζει να μπει κι αυτή στην «κιβωτό» μου με τις αξιοσημείωτες συνταγές. Την ονομάζω «Καπνιστή Τυρόπιτα».

Τι με κοιτάς έτσι; Μη φοβάσαι. Δε θ' ανάψω τζάκι με τόση ζέστη.  Αλλιώς θα την… «καπνίσω»! Κι εδώ ακριβώς κρύβεται το «μυστικό» μου γι’ αυτή τη συνταγή. Είναι πανεύκολη. Ακόμα κι ένα παιδί μπορεί να τη φτιάξει. Για δες…

ΤΙ ΘΑ ΧΡΕΙΑΣΤΕΙΣ

Ένα πακέτο φύλλο κρούστας καλής ποιότητας για πίτες
400 γρ. κίτρινο τυρί απ’ αυτό που λιώνει (όπως γκούντα)
250 γρ. καπνιστό τυρί Μετσόβου
6 μεγάλα αυγά ή 8 μικρά
250 γρ. κρέμα γάλακτος
250 γρ. γάλα πλήρες
Φρεσκοτριμμένο πιπέρι
Ελαιόλαδο για να αλείψεις τα φύλλα

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Άλειψε καλά το ταψί με λάδι. Στρώσε ένα φύλλο κρούστας, λάδωσέ το καλά. Βάλε από πάνω άλλο ένα φύλλο και λάδωσέ το κι αυτό. Βάλε και τρίτο φύλλο. Κόψε τα τυριά σε μικρά κομματάκια, ανακάτεψέ τα καλά κι άπλωσέ τα στο ταψί. Χτύπα σε ένα μπολ τα αυγά. Ρίξε την κρέμα γάλακτος και το γάλα λίγο-λίγο και χτύπα να γίνει το μίγμα ομοιόμορφο. Με αυτό θα περιχύσεις τα τυριά. Τρίψε πιπέρι σε όλη την επιφάνεια. Βάλε πάνω ένα φύλλο και λάδωσέ το.

Συνέχισε έτσι μέχρι να τελειώσουν τα φύλλα, λαδώνοντας πολύ καλά κάθε φορά. Μέχρι πέντε φύλλα το πολύ. Κόψε τα φύλλα αν περισσεύουν έξω από το ταψί και γύρισε τις άκρες τους προς τα μέσα. Φρόντισε να πάει λάδι και στις γωνίες. Χάραξε την πίτα με μαχαίρι σταυρωτά υπολογίζοντας τα κομμάτια - μερίδες. Βάλε τη σε προθερμασμένο φούρνο (στους 190ο C τη βάζω συνήθως) και ψήσε για 1 ώρα. Να παρακολουθείς κάθε τόσο να μην «αρπάξει».

Αυτό που μου αρέσει περισσότερο σε αυτή τη συνταγή είναι να κάθομαι και να την βλέπω πίσω από το τζάμι του φούρνου να φουσκώνει. Γίνεται λίγο σαν σουφλέ.
Ένα μεθυστικό άρωμα ξεχύνεται, πλημμυρίζει πρώτα την κουζίνα μου, μετά το σπίτι μου όλο. Κι ύστερα ξεγλιστράει από τη χαραμάδα της πόρτας μου και σέρνεται ύπουλα σαν πλάνο φίδι στο διάδρομο και στο κλιμακοστάσιο. Γεμίζει το ασανσέρ, τρυπώνει στα διαμερίσματα μέχρι που ακούω να ανοίγουν πόρτες και οι γείτονες αναφωνούν όλοι μαζί εν χορώ ένα συντονισμένο… Αααααχ! Τι είναι αυτό;… Και κλείνοντας τα μάτια μεθυσμένοι και μαγεμένοι από τα αρώματα μιας σύγχρονης Κίρκης (αυτή είμαι εγώ – αν δεν σε πειράζει, κρατάω για την πάρτη μου τον πρωταγωνιστικό ρόλο)… 


Και μετά ξύπνησα. Γιατί χτύπησε το κουδούνι. Και τρέχω να ανοίξω. Γιατί θά 'ναι η Χρυσηίδα μου η αγαπημένη, που μαζί μοιραστήκαμε τα πρώτα μας όμορφα χρόνια τα παιδικά και μετά τα εφηβικά, κι έπειτα μού 'φυγε και πήγε να σπουδάσει στην ξελογιάστρα πόλη του Βορρά, τη Σαλονίκη και ύστερα μού ερωτεύτηκε και άραξε εκεί για πάντα … Για πάντα… Τι λέξη κι αυτή!


Μη φεύγεις, μείνε κι εσύ να φάμε παρέα. Θα σε κάνω κι εσένα το τραπέζι. Στο τραπέζι, λέγεται πως όλοι οι καλοί χωράνε. Κι αυτή η τυρόπιτα, πίστεψέ με, φτάνει για πολλούς!


Αυτά λοιπόν για σήμερα και καλή μας όρεξη! Να ξανάρθεις, σε περιμένω!

Με αγάπη,
Η θεία Μαριλίζ

ΥΓ. Ρίξε μια ματιά στα παρακάτω. Όλο και κάτι θα σου χρειαστεί.

ΜΕΡΙΚΕΣ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ

Καλύτερα να χρησιμοποιήσεις φρέσκο φύλλο κρούστας ψυγείου και όχι κατάψυξης. Το φύλλο πάντα παίζει καθοριστικό ρόλο σε μια πίτα. Το γενναιόδωρο λάδωμα των φύλλων έχει σαν αποτέλεσμα να γίνουν πεντανόστιμα και τραγανά.

Ο πλούτος της γεύσης αυτής της τυρόπιτας οφείλεται κυρίως στα πολλά αυγά και λιγότερο στην κρέμα γάλακτος. Η μεγάλη διαφορά, που μόνο για έναν άσχετο θα μείνει απαρατήρητη, οφείλεται φυσικά… στο καπνιστό τυρί!

Ο λόγος που δεν σου λέω να κάνεις αυτή την τυρόπιτα συχνά είναι ότι, αν το παρακάνεις, σύντομα η ζυγαριά σου θα στενάξει. Αλλά έχω λύση και για αυτή την περίπτωση. Ο γιος ενός φίλου είναι διαιτολόγος – μακριά από μας!...

Εννοείται πως δεν θα βάλεις καθόλου αλάτι. Νόμισες πως το ξέχασα, ε;

Αν υπάρχει θέμα κιλών ή υγείας, δικό σου ή κάποιου άλλου, θα κάνεις τα εξής: Αντί για κρέμα γάλακτος, θα βάλεις μόνο γάλα με λίγα λιπαρά. Όχι όμως 0% γιατί δεν θα τρώγεται. Θα βάλεις 4 αυγά. Και θα χρησιμοποιήσεις οποιοδήποτε μαλακό κίτρινο τυρί με χαμηλά λιπαρά. Όσο για το καπνιστό τυρί, μπορείς να μειώσεις την ποσότητα στο μισό… Βοήθειά σου!

Έχε το νου σου αν δεις κι αρπάξει το πάνω φύλλο να τη σκεπάσεις χαλαρά με αλουμινόχαρτο. Για να ψηθεί καλύτερα βάζεις το ταψί στην κάτω σχάρα του φούρνου. Έτσι θα ξεροψηθεί το κάτω φύλλο και δεν θα σου καεί το πάνω.

Η τυρόπιτα, κατά τη γνώμη μου, ταιριάζει καλύτερα με ντοματοσαλάτα. Μάλιστα για να αντισταθμίσεις τα λιπαρά της πίτας, κόψε την ντομάτα «τριαντάφυλλο» όπως λένε. Δηλαδή κάθε ντομάτα στα τέσσερα, όπως είναι, σκέτη. Ούτε καν αλάτι δεν χρειάζεται... (the end!)

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!

Σάββατο 18 Μαΐου 2013

ΑΜΑ ΕΧΕΙΣ ΚΑΡΔΙΑ... ΑΓΚΙΝΑΡΑ!

ΑΜΑ ΕΧΕΙΣ ΚΑΡΔΙΑ... ΑΓΚΙΝΑΡΑ!

(Μια απλή εκδοχή της αγκινάρας, όπως μου την έμαθε η γιαγιά μου η Μαρία)

Έλα, σε περίμενα, σου έχω νέα! Θυμάσαι που σου έλεγα πως παλιά είχα μια παρέα - πολύ αγαπημένοι φίλοι - όταν ακόμα πήγαινα στη Σχολή;


Είκοσι χρόνια πάνε τώρα που χαθήκαμε εντελώς. Ούτε γράμμα ούτε τηλεφώνημα. Άλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη, που λέει και το τραγούδι...

Ε, λοιπόν, δεν θα το πιστέψεις! Χθες βράδυ που έλειπε ο άντρας μου για δουλειά εκτός Αθήνας, χτυπάει το κουδούνι, πάω να ανοίξω και τι να δω! Ήταν όλοι τους εκεί μαζεμένοι στην πόρτα και χασκογελούσαν. Τι έκπληξη είν' αυτή!
Ο Γιάννης ο πολυμήχανος σκηνοθέτης, η ωραία και μοιραία Φραντζέσκα των Αθηνών, ο Άλκης ο κιθαρίστας, ο Δημήτρης ο ηχολήπτης, η Χαρά και ο Μάκης ο μουσάτος που μας στοίβαζε στο σαραβαλάκι του - μα πώς χωρούσαμε όλοι και αλωνίζαμε όλη νύχτα μέχρι το πρωί!

Έτσι ξαφνικά, μου λέει ο Γιάννης, έπεσε το πρώτο τηλεφώνημα κι αποφασίσαμε να μαζευτούμε. Αν ήταν να περιμένουμε να το οργανώσουμε κανονικά... μάλλον σε καμιά κηδεία θα ξαναβρισκόμασταν.

Δεν έχεις κι άδικο. Για τους ανθρώπους που αγαπάμε, όλο κι αναβάλλουμε τη συνάντηση. "Έχω δουλειές τώρα δεν μπορώ" - "θέλω, αλλά δεν προφταίνω" - "τρέχω" - "ναι, ναι, θα βρεθούμε οπωσδήποτε!"... Και τα χρόνια περνάνε και τα μαλλιά ασπρίζουν και ο χρόνος πάντα να λείπει... Ενώ αν πρόκειται για κηδεία, πώς γίνεται και βρίσκουμε αμέσως χρόνο και τα παρατάμε όλα και τρέχουμε να δώσουμε τον τελευταίο ασπασμό;

Εγώ τον ασπασμό σας τον θέλω τώρα, που είμαι ζωντανή. Μετά, τι να τον κάνω;


Μπαίνουν που λες μέσα - άνω κάτω το σπίτι μου ως συνήθως αλλά δεν βαριέσαι, ο "καλλιτέχνης" τό 'χει αυτό, άλλωστε και τα δικά τους, πώς θα είναι... μαυσωλεία;

Ωραία χαρήκαμε, τους λέω. Αλλά από φαΐ δεν έχω τίποτα να σας προσφέρω. Δεν πειράζει, μου λένε, καλή καρδιά. Ναι, καλά, σας πίστεψα, τέτοια ώρα και δεν θα πεινάτε. Δεν υπάρχει περίπτωση, κάτι θα σκεφτώ.

Και τότε - μια αναλαμπή! Θυμήθηκα κάτι που μου είχε μάθει η γιαγιά μου. Κάτι που έφτιαχνε όταν έβρισκε λίγο λάδι τα δύσκολα χρόνια μετά την Γερμανική Κατοχή που δεν είχαν "μία" κι έκαναν χιλιόμετρα με τα πόδια από τον Λυκαβηττό που έμεναν να βρουν σε κανένα χωράφι στο Χαλάνδρι λαχανίδες...

Παιδιά, τους λέω, μιά στιγμή! Πάρτε μπύρες από το ψυγείο, βολευτείτε κι έρχομαι. Σκέφτομαι λοιπόν:




ΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ:


Φρέσκες αγκινάρες (στην εποχή τους)
Ελαιόλαδο
Λεμόνια
Αλάτι και πιπέρι

Α! Και μια μεγάλη κατσαρόλα - θα έχεις φαντάζομαι.


Και πάω που λες στην κουζίνα, ανάβω το μάτι. Βράζω νερό, πλένω καλά 7 - επτά δεν είμαστε; - φρέσκες αγκινάρες που είχα βρει στη λαϊκή, και τις ρίχνω μέσα. Παίρνω τσάκα-τσάκα ένα μεγάλο μπολ, στύβω μέσα 2 μεγάλα ζουμερά λεμόνια, ρίχνω αρκετό ελαιόλαδο - από το καλό - αλάτι, φρεσκοτριμμένο πιπέρι και χτυπάω καλά μέχρι να πήξει ελαφρά, σαν σάλτσα. Αυτό ήταν!

Γυρνάω στο σαλόνι, τους βρίσκω να κλαίνε... Τι έγινε βρε παιδιά, τους λέω. Τίποτα - σνιφ! σνιφ! - να, απλά θυμηθήκαμε τα παλιά - λυγμ! κλαψ! Είχανε βάλει "χέρι" στη βιβλιοθήκη μου κι είχαν ξετρυπώσει ένα παλιό άλμπουμ με φωτογραφίες από τις βόλτες, τα γυρίσματα, τις παραλίες και τα πάρτι μας.

Α, καλά, λέω, κι ανησύχησα πως ήταν ζεστή η μπύρα.

Εντάξει, δεν έγινε κανένα μεγάλο κακό. Λίγα κιλάκια παραπάνω πήραμε και κάναμε κοιλίτσα, λίγα μαλλάκια χάσαμε μερικοί, δεν έχουμε και τον κατάλληλο φωτισμό εδώ μέσα και φαίνεται σαν να έχουμε ρυτίδες. Κατά τα άλλα, δεν πάθαμε και τίποτα. Την υγειά μας νά 'χουμε, σωστά;

Ετοιμαστείτε τώρα, πλύνετε χεράκια - θα σας κάνω κι εγώ μια έκπληξη! Αγόρια, αδειάστε το τραπέζι και βάλτε τραπεζομάντιλο. Εσείς, κορίτσια, ελάτε να βοηθήσετε στη μεταφορά.

Εμείς, τα "κορίτσια" φέρνουμε από την κουζίνα τις αγκινάρες, όπως είναι ολόκληρες, μέσα σε μια σαλατιέρα. Από ένα πιάτο, ένα μαχαιράκι κι ένα κουταλάκι για τον καθένα - σύνολο επτά. Και επτά μικρά μπολάκια όπου μοίρασα το λαδολέμονο. Παίρνω υφασμάτινες πετσέτες - είναι εκλεκτοί οι συνδαιτημόνες μου - μερικά λεμόνια και το αλατοπίπερο μήπως κάποιος θελήσει κι άλλο. Βάζω στη μέση και μια μεγάλη άδεια σαλατιέρα για τις φλούδες.

Όλα όμορφα τοποθετημένα στο τραπέζι αλλά έχει πέσει μια αμηχανία. 
Με κοιτάνε και δεν μιλάνε...

Τι είναι αυτό; Το φαγητό μας, τους λέω. Μη σας φαίνεται λίγο. Μέχρι να το φάτε θα δείτε ότι θα έχετε χορτάσει. 

Μα πώς τρώγεται αυτό, με ρωτάνε... 

Κοιτάξτε, το φαγητό αυτό δεν είναι για χάι-χούι και για δήθεν σικάτους τύπους - είναι κατάλληλο για παρέες και φίλους όπως εμείς. Ε, λοιπόν...

ΕΤΣΙ ΤΡΩΓΕΤΑΙ:
Ο καθένας έχει το δικό του πιάτο και το προσωπικό του μπολάκι με λαδολέμονο. Παίρνει την αγκινάρα του κι αρχίζει να την ξεφλουδίζει. Ένα φύλλο κάθε φορά. Βουτάει την τρυφερή πλευρά του στο λαδολέμονο και μετά το γλύφει τραβώντας το με τα δοντάκια του για να κρατήσει μόνο τη σάρκα της αγκινάρας.

Δεν είναι μόνο πεντανόστιμο, είναι και ηδονικό... Έτσι λοιπόν, φύλλο το φύλλο, ξεφλουδίσαμε όλες τις αγκινάρες και, πίνε-πίνε, ξεδιπλώσαμε την ιστορία της ζωής μας. Γεγονότα που χάσαμε και σημαντικές στιγμές που ζήσαμε μακριά ο ένας από τον άλλο...

Ξέρεις τι είναι το πιο όμορφο σε όλη αυτή την ιστορία; Όταν οι άνθρωποι έχουν αγαπηθεί κάποτε αληθινά, όσα χρόνια κι αν περάσουν, τη στιγμή που θα ξαναβρεθούν είναι σαν να μην έχει περάσει ούτε στιγμή. Από μικρή πιστεύω πως ο χρόνος δεν υπάρχει. Το λέω συχνά και με κοιτάζουν περίεργα. Ίσως τελικά μόνο ο χώρος υπάρχει. Αλλά αυτό, είναι μεγάλη κουβέντα και θα το συζητήσουμε μια άλλη φορά....

Τι λέγαμε; Α, ναι! Μετά από μια ώρα και βάλε που παίζαμε με τις αγκινάρες μας, αυτό είναι το έπαθλο για όποιον άντεξε να ξεφλουδίσει μέχρι εδώ, τους λέω - επιτέλους φτάσαμε στην καρδιά!

Πάρτε το κουταλάκι σας και καθαρίστε να φύγουν όλα τα χνούδια - αυτά δεν τρώγονται.

Τώρα σταθείτε μια στιγμή και αναλογιστείτε: "Τι εστί φιλία", που γράφαμε κάποτε στα ημερολόγια μας... Τι σημαίνει η λέξη "φιλία"; Και με τη σκέψη αυτή βουτήξτε την καρδιά σας στο λαδολέμονο και απολαύστε την συνειδητά και όσο περισσότερο μπορείτε...

Και πάνω που η ατμόσφαιρα είχε γίνει κάπως "ιερή"... 

Γιατί λέγανε για σένα ότι έχεις καρδιά "αγκινάρα";... γυρίζει και μου λέει γλύφοντας τα δάχτυλά της η Χαρά. Και πάει όλο το σκηνικό!... 

Ε, λοιπόν, αφού θέλεις να ξέρεις, μου το έλεγαν επειδή αγαπώ πολλούς ανθρώπους ταυτόχρονα.

Οι περισσότεροι νομίζουν πως κανείς μπορεί να δίνει την καρδιά του ολόκληρη μόνο σε έναν άνθρωπο κάθε φορά κι όλοι οι άλλοι... απέξω. Ε, μάθε λοιπόν Χαρά μου πως μπορείς - αν θέλεις - να δίνεις την καρδιά σου ολόκληρη ταυτόχρονα σε πολλούς ανθρώπους. Γιατί η αγάπη δεν ζυγίζεται με το κιλό...

Φιλαράκια, εύχομαι να ξαναβρεθούμε σύντομα και... όρθιοι, όχι "ξαπλωτοί". Σας περιμένω!


με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ



* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!