Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΤΕ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ;… Ινδικό Κάρυ

ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ ΑΔΕΛΦΟΠΟΙΤΕ ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ;… 

Ινδικό Κάρυ 

Κάποιος θα κάνει σήμερα «ποδαρικό» στο Σπίτι της θείας Μαριλίζ. Πρώτη ιστορία του καινούριου χρόνου. Καλωσήρθες και Καλή Χρονιά να έχεις!
Διάβαζα πολύ όταν ήμουν παιδί. Κάπου, στις σελίδες ενός μυθιστορήματος, διάβασα κάποτε πως… μια φορά κι έναν καιρό ήτανε δυο παιδιά που έγιναν, λέει, αδελφοποιτά. Έκοψαν μ’ ένα μαχαίρι τις φλέβες τους, ένωσαν τα χέρια τους, κι από τότε το αίμα του ενός έρρεε μέσα στον άλλο. Κανένας άνθρωπος, τίποτε και ποτέ δεν θα μπορούσε πια να τους χωρίσει…

Εμένα, μη μου δώσεις έπος, πρόσωπα μυθικά, ήρωες, γιατί το παίρνω πολύ στα σοβαρά. Διάβαζα πάντα καθισμένη πάνω στο κρεβάτι. Έκλεισα το βιβλίο, έδωσα έναν πήδο και βρέθηκα γονατιστή πάνω στο γραφείο –αγαπημένη συνήθεια, μέχρι τότε που έσπασε το κρύσταλλο και μου καρφώθηκε στα γόνατα. Κοίταξα λοιπόν έξω απ’ το παράθυρο, να δω αν βρίσκεται κανένας «άξιος» και… αντάξιος να γίνει αδελφοποιτός μου τη μέρα εκείνη στον κοινόχρηστο κήπο.

Ήταν! Ο Carlos, ένα εννιάχρονο αγοράκι, στην ηλικία μου. Μόλις είχε πηδήξει τον τοίχο που χώριζε την πολυκατοικία που έμενε από το δικό μας σπίτι. Πρόσφατα είχε μετακομίσει η οικογένειά του στην Ελλάδα. Ο πατέρας του – «φυσιογνωμία», μεγάλη «μούρη», όπως αποδείχτηκε – καταγόταν από την Ισπανία. Από την Valladolid (Βαγιαδολίδ). Η μάνα του, μια γλυκύτατη Ινδή, ήταν πάντα αμίλητη, σαν τρομαγμένη και συνεχώς θλιμμένη. Ινδή με τα όλα της. Θηλυκά παραδοσιακά ρούχα, μαλλιά λεία κατάμαυρα και λαμπερά και μάτια σαν αναμμένα κάρβουνα. Αλλά, δυστυχώς, πραγματικά καθόταν σε «αναμμένα κάρβουνα». Όμως θα σου πω μετά τι έγινε τελικά. Τώρα θα σου πω για τον Κάρλος κι εμένα.

Μαζί παίζαμε κάθε απόγευμα, από τότε που ήρθαν στο Παλαιό Ψυχικό. Συνήθως πηδούσε εκείνος τη μάντρα, σπανιότερα εγώ. Δεν ήξερε λέξη ελληνικά, δεν ήξερα λέξη ινδικά, ούτε και ισπανικά φυσικά. Κανένα πρόβλημα. Τα παιδιά – όπως και οι ερωτευμένοι – συνεννοούνται μια χαρά με νοήματα, αγγίγματα, με την καρδιά και με τα μάτια.

Όσο ήταν καλός ο καιρός, βγάζαμε κρυφά τη μεγάλη λεκάνη του μπάνιου στον κήπο, τη γεμίζαμε νερό με το λάστιχο και ρίχναμε μέσα τα πλαστικά και τα καουτσουκένια παιχνιδάκια μου να κολυμπήσουν. Φτιάχναμε φανταστικές περιπέτειες και ιστορίες. Στο τέλος, πηδούσαμε μέσα κι εμείς και τσαλαβουτούσαμε, παριστάναμε τα ψάρια… μέχρι που να μας πάρει χαμπάρι η Γιαγιά μου και να μας βάλει τις φωνές: «Ούιιι!... Τι κάνετε εκεί; Δεν ντρέπεσαι, μωρή, ολόκληρη γαϊδούρα!». Μια φορά μας πήγε η μάνα μου στο Λούνα Παρκ. Και στο σπίτι του Παππού μου πήγαμε μαζί, σε μια γιορτή. Ο Κάρλος ήταν ο συνοδός μου. Δεν ήθελε να ξεκολλήσει από το σπίτι μας. Μόνο όταν έπεφτε το σούρουπο επέστρεφε στο δικό του. Κι είχε ένα βλέμμα… υγρό και βελούδινο. Σαν δαγκωμένο σκυλάκι. Ήταν καλό παιδί…

Άρα… ο κατάλληλος! Τον πιάνω και του λέω με κάτι δικά μου εσπεράντο: «Θέλεις να γίνουμε Αδελφοποιτοί;». «Θέλω», μου λέει. Δεν είχε καταλάβει καλά, μέχρι που είδε το μαχαίρι. Μιλούσε η Γιαγιά μου στο τηλέφωνο και δε με είδε που της το τσούρνεψα από τον νεροχύτη. Τη στιγμή που ακούμπησα τη λάμα στον καρπό, στο παιδικό, απαλό μου δερματάκι… ρίγησα! Για μια στιγμή δίστασα. Όμως ένα Κριός, ποτέ δεν θα ρίξει τα μούτρα του να δείξει στον άλλον πως φοβάται. Καλύτερο τό ‘χει να πεθάνει.

Έτσι λοιπόν, κράτησα την αναπνοή μου, έσφιξα τα δόντια μου να μην κλάψω και το έκανα. Γούρλωσε το παιδί τα μάτια του έντρομο. «Γρήγορα!» του λέω «…κάντο κι εσύ!», και του δίνω το μαχαίρι. Τι να κάνει, άντρας ήτανε, έπρεπε ο δύσμοιρος να το αποδείξει κιόλας. Έκλεισε τα μάτια, δάγκωσε τη γλώσσα του, και χάραξε κι αυτός στο χέρι του μια μικρή κόκκινη πινελιά. Μετά, κολλήσαμε τις ματωμένες χαρακιές μας και μείναμε για λίγο έτσι εκεί. Είδαμε αστεράκια από το τσούξιμο, αλλά η δουλειά έγινε. Το αίμα ενώθηκε. Ύστερα υποσχεθήκαμε πως στη ζωή αυτή δεν θα χωρίσουμε ποτέ…

Μια νύχτα ακούστηκαν φωνές, ουρλιαχτά από τη δίπλα πολυκατοικία. Σε λίγο σειρήνες, ήρθε κι ένα περιπολικό. «Κοιμήσου», μου είπαν, «…τίποτα δεν είναι». Είχαμε και Χούντα τότε, δεν ήταν δα και τόσο ασυνήθιστο.

Το άλλο πρωί περίμενα τον Κάρλος να φανεί, να παίξουμε. Μάταια. Ούτε ήρθε αργότερα να με πάρει με το άσπρο άλογο. Ούτε και τον είδα ποτέ ξανά. Στη γειτονιά, «μπούρου-μπούρου» πηγαδάκια, το κουτσομπολιό. Ήτανε, λέει, μπλεγμένος ο πατέρας του σε κάτι υποθέσεις «της νύχτας». Γι’ αυτό και γύριζε πάντοτε στο σπίτι του ξημερώματα. Τη χτυπούσε, λέει, τη γυναίκα του καθημερινά, αλλά εκείνη τη νύχτα γύρισε μεθυσμένος κι είχε βγάλει και μαχαίρι. Τη μαχαίρωσε, ελαφρά ευτυχώς, στην κοιλιά αλλά μόλις πήγε να σφάξει και το δυο χρονών κοριτσάκι της, εκείνη έμπηξε τις φωνές. Η Αστυνομία ανακάλυψε πως βρισκόντουσαν παράνομα στη χώρα. Έτσι, εκείνον τον συνέλαβαν για να απελαθεί άμεσα ενώ η γυναίκα του και τα παιδιά οδηγήθηκαν προσωρινά στην Πρεσβεία. Λέγανε αργότερα πως τελικά την έστειλαν πίσω στη χώρα της, στους δικούς της.

Θυμάμαι τη μοναδική φορά που είχα μπει στην κουζίνα της. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο παρά εκείνο το φαί. Μαγείρευε κάτι που μύριζε εντελώς διαφορετικά από τα κοκκινιστά και τα λεμονάτα φαγητά της Γιαγιάς μου. Μου έβαλε σ’ ένα πιατάκι να δοκιμάσω. Τρυφερές μπουκιές κοτοπουλάκι ήτανε αλλά… πρώτα κάηκε η γλώσσα μου, μετά τα χείλια μου, ύστερα ο ουρανίσκος μου και τέλος όλα μου τα σωθικά! Τώρα πια, μπορώ και τρώω το κάρυ, το τσίλι και όλα τα καυτερά. Μου ανάβουν τα αίματα κι αυτό μου αρέσει πολύ. Τότε όμως…

Για να δούμε, θα πετύχω σήμερα να ανασυνθέσω εκείνη την παιδική ανάμνηση επιστρατεύοντας τις τωρινές μου μαγειρικές γνώσεις και ανακαλώντας στη μνήμη εκείνες τις εξωτικές γεύσεις και μυρωδιές; Έλα μαζί μου στην κουζίνα, να δοκιμάσουμε!...

ΣΠΙΤΙΚΟ ΙΝΔΙΚΟ ΚΑΡΥ ΜΕ ΚΟΤΟΠΟΥΛΟ
(για 4 μερίδες – συνοδεύεται με ρύζι, λεπτές ινδικές πίτες και γιαούρτι σακούλας)

ΥΛΙΚΑ

4 μπούτια κοτόπουλο χωρίς πέτσα ξεκοκκαλισμένα (περίπου 800 γρ.) κομμένα σε μεγάλες μπουκιές

4 κ.σ. σογιέλαιο (ή κάποιο άλλο λάδι), 1 κ.σ. ghee (ή βούτυρο)
1 κονσέρβα ντομάτα κονκασέ (400 γρ.)
1 ½  φλιτζ. ζωμός κοτόπουλου 

1 ξυλαράκι κανέλλα, 2 γαριφαλόκαρφα, 1 κ.σ. σπόρους κύμινο, 2 τσακισμένοι λοβοί κάρδαμο

2 ξερά κρεμμύδια τριμμένα ή ψιλοκομμένα, 1 κ.σ. φρέσκο (ή ξερό) τριμμένο τζίντζερ, 4 δοντάκια σκόρδο τριμμένο (1 κ.σ. ξερό), 1  κ.γλ. κουρκουμάς (turmeric),  1 κ.γλ. κάρυ (ή garam masala), 1 κ.σ. πιπέρι κόκκινο καγιέν (ή τσίλι),  1 κ.σ. ψιλή ζάχαρη, 1 κ.σ. κόλιανδρος ξερός, 2 κ.σ. κόλιανδρος φρέσκος, αλάτι.

ΕΚΤΕΛΕΣΗ

Ζεσταίνω το λάδι σε μέτρια φωτιά. Προσθέτω την κανέλα, τα γαρίφαλα, τους σπόρους κύμινο και κάρδαμο κι ανακατεύω για να βγάλουν τα αρώματά τους. Αμέσως σχεδόν προσθέτω το κρεμμύδι, και σοτάρω 5’ μέχρι να ξανθύνει… Προσθέτω το σκόρδο, το τζίντζερ, ελάχιστο ζεστό νερό κι ανακατεύω για 2’… Ρίχνω τον κουρκουμά, το κάρυ, το καγιέν, τον ξερό κόλιανδρο, τη ζάχαρη κι αμέσως προσθέτω τη ντομάτα και αλάτι. Σιγομαγειρεύω ανακατεύοντας 10’ χωρίς καπάκι μέχρι να πήξει η σάλτσα… Βάζω το κοτόπουλο και ανακατεύω να το αγκαλιάσει από παντού η σάλτσα… Σε 5’ ρίχνω τον ζεστό ζωμό και το βούτυρο. Μαγειρεύω με ανοιχτό πάντα το καπάκι για 15’, σβήνω τη φωτιά και το αφήνω πάνω για 5’ λεπτά ακόμα. Είναι έτοιμο μόλις μαλακώσει το κοτόπουλο και πήξει η σάλτσα. Προσθέτω τον φρέσκο κόλιανδρο ψιλοκομμένο και σερβίρω το φαγητό ζεστό.

ΣΗΜ. Αν δεν αντέχεις τα καυτερά, μπορείς να αντικαταστήσεις το καγιέν με γλυκιά πάπρικα. Αν δεν έχεις συνηθίσει τα μπαχαρικά μπορείς να μειώσεις τις δόσεις στο μισό. Αν δεν σου αρέσει ο κριτσανιστός ξερός κόλιαδρος, μπορείς να ρίξεις τριμμένο.

Ω, αδελφέ μου, Αδελφοποιτέ, πού είσαι;… Κάθε που τρώω Ινδικό κάρυ σε θυμάμαι. Σε ποιά μεριά του πλανήτη άραγε να ζεις;

Δεν υπήρχε και το AIDS βέβαια τότε… Αλλά, αλήθεια, εσύ έχεις ενώσει ποτέ το αίμα σου με κάποιον; Έστω και συμβολικά.

Με αγάπη,
η θεία Μαριλίζ

Υ.Γ. Αδελφοποιτός (αδελφός + ποιώ = κάνω κάποιον αδελφό) [blood brother, spiritual brother] = αυτός που συνδέθηκε με κάποιον με αδελφοποίηση, μια τελετουργία υπόσχεσης φιλίας και προστασίας.

* Μοιραστείτε το link με φίλους & εγγραφείτε στα μέλη αναγνώστες του blog για να ενημερώνεστε πρώτοι!


ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΣΕ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΤΙΣ ΔΕΙΤΕ ΣΑΝ SLIDESHOW

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Πείτε μας τη γνώμη σας